Ετικέτες

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΥΛΒΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ – ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ. Η «ΑΓΝΩΣΤΗ» ΔΕΞΙΑ ΗΡΩΪΔΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΤΟ ΠΑΡΑΣΗΜΟ ΣΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ ΕΠΕΙΔΗ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΟΥΣ ΚΑΡΑΟΛΗ-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΓΛΥΤΩΣΕ ΤΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Η ΣΥΛΒΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ – ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, ἡ «Πάτ» τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, ἔφυγε χθές ἀπό τήν ζωή σέ ἡλικία 98 ἐτῶν. Τό ἄγγελμα τοῦ θανάτου τῆς σημαντικῆς αὐτῆς προσωπικότητος τῆς νεωτέρας ἱστορίας μας ὁδηγεῖ συνειρμικῶς στήν πικρή διαπίστωση, ὅτι ἡ ἐποχή τῶν ἡρωικῶν κατορθωμάτων παρέρχεται ἀνεπιστρεπτί. Ἡ Ἑλλάς ἦταν πράγματι παροῦσα σέ ὅλα σχεδόν τά μέτωπα τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος. Ἀλλά οἱ πατριῶτες πού ἐπετέλεσαν τίς σημαντικώτερες πράξεις ἡρωισμοῦ καί αὐτοθυσίας, πού πράγματι ἔπληξαν καίρια τούς Γερμανούς –εἰδικῶς οἱ προερχόμενοι ἀπό τήν μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη, εἶναι στίς ἡμέρες μας οἱ πλέον ἄγνωστοι. Πολλές φορές καί ἀπό δική τους ἐπιλογή. Καθώς οἱ δεξιοί πατριῶτες ὅπως ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ Λέλα Καραγιάννη, ὁ Κώστας Περρίκος, ὁ Χριστόδουλος Τσιγάντες, ὁ Γκέρζυ Ἰβάνωφ, ἡ Μαρία Παπαδάκη, δέν διενοήθησαν ποτέ νά καπηλευθοῦν τούς ἐθνικούς ἀγῶνες ὅπως πράττει συνήθως ἡ Ἀριστερά. Γι’ αὐτό ἄλλως τε ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου ἐπέστρεψε τό παράσημο πού ἠθέλησαν νά τῆς ἀπονείμουν οἱ Ἄγγλοι, ἐπειδή ἔσωσε τήν ζωή Ἄγγλων στρατιωτῶν στήν Κατοχή. Γι’ αὐτό ἐδέχθη μόνο τόν Μεγαλόσταυρο τοῦ Τάγματος τῆς Τιμῆς πού τῆς ἀπένειμε ἡ πατρίς της, ἡ Ἑλληνική Δημοκρατία. Ἡ κρυφή δρᾶσις τῆς Σύλβιας Ἰωαννίδου ἀνεδείχθη πρό τεσσάρων ἐτῶν σέ ἐκδήλωση τῆς Παναθηναϊκῆς Ὀργανώσεως Γυναικῶν καί τοῦ Συνδέσμου 74 στήν αἴθουσα τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου «Παρνασσός», τήν ὁποία εἶχε συντονίσει ὁ Διευθυντής τῆς «Ἑστίας» Μανώλης Κοττάκης.

Μαθήτρια ἀκόμη, ἡ ἐκλιποῦσα ἐνετάχθη στήν «Δύναμη 133», τό δίκτυο τῶν Ἄγγλων πού φυγάδευε ἀνθρώπους ἀπό τά ἐδάφη πού κατεῖχαν οἱ Γερμανοί. Μέ ἕνα αὐτοκίνητο «Μόρρις» παραχωρημένο ἀπό τόν Πρωθυπουργό Ἰωάννη Ράλλη καί πλαστά χαρτιά ἰδιοκτησίας ἀπό μία ἀνύπαρκτη γερμανική ἑταιρεία, ἡ Πάτ ἔκρυβε καί διεκινοῦσε κυνηγημένους, μέχρις ὅτου ἡ ἴδια συνελήφθη γιά νά γλυτώσει ὁριακῶς τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα.

Γιά τήν δράση της ἐτιμήθη μέ τό δεύτερο τῇ τάξει βρεταννικό παράσημο, τόν Σταυρό τοῦ Γεωργίου. Τό ἐπέστρεψε λίγα χρόνια ἀργότερα διαμαρτυρομένη γιά τούς ἀπαγχονισμούς Κυπρίων ἀγωνιστῶν ἀπό τούς Ἄγγλους. Ἡ ἴδια διηγήθη σχετικῶς πρός τό ἐπεισόδιο αὐτό: «Ὁ πρέσβυς ὁ Ἄγγλος ἔμεινε ἄναυδος καί μέ παίρνει τηλέφωνο. Ξέρεις, λέει, αὐτό ἦταν τῆς στιγμῆς. Ἐγώ τό κρατάω. Θά τό μετανιώσεις κάποτε. Ἔλα νά τό πάρεις. Τοῦ λέω ἐγώ εἶμαι Ἑλληνίδα. Ὅταν κάνω κάτι, τό κάνω. Ὅτι κρεμάσατε δύο παιδιά, Καραολῆ καί Δημητρίου, στό ἄνθος τῆς νιότης τους, αὐτό γιά μένα ἤτανε ἔγκλημα. Κι ἐγώ μέ ἐγκληματίες δέν κάνω δουλειά. Δέν εἶπε τίποτα βέβαια».

Ἀργότερα, στήν ἐκδήλωση πού ἔγινε πρός τιμήν της στήν Ἀθήνα μέ πρωτοβουλία τῆς Προέδρου τῆς Παναθηναϊκῆς Μαρίας Γιαννίρη, παρόντος τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ Κώστα Καραμανλῆ καί τοῦ πρέσβεως Παύλου Ἀποστολίδη, ἡ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Ἄννα Ψαρούδα-Μπενάκη τήν περιέγραψε ἁπλά καί περιεκτικά μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Εἶναι μία γυναίκα, μεταξύ πολλῶν πού παραμένουν ἀνώνυμες, πού δέν διαλάλησε ἤ διεκδίκησε δάφνες γιά τήν ἀντιστασιακή της δράση».

Γιά τήν δράση αὐτή θά ἀφήσουμε τήν ἴδια νά μιλήσει, δανειζόμενοι περικοπές ἀπό τήν ἐκπομπή «Μηχανή τοῦ Χρόνου» ὅπου πρό ἐτῶν εἶχε μιλήσει:

«Ἀγαποῦσα πολύ τόν τόπο μου καί ἤθελα πάντοτε νά προσφέρω. Ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοί ἐπιτάξανε τό Ἀρσάκειο καί τό ἔκαναν νοσοκομεῖο. Ἀνέβαινα καί κατέβαινα ἀπό τό σπίτι μέ τά πόδια. Ἤμουν στήν τελευταία τάξη, ἕκτη γυμνασίου. Εἶχα ἀποφασίσει νά πάω στό βουνό. Οἱ γονεῖς μου δέν τό εὐχαριστήθηκαν καί πολύ. Μιά μέρα ἦρθε ἀπό τήν Αἴγυπτο κάποιος νά μᾶς φέρει νέα τῆς ἀδελφῆς μου –πού στό μεταξύ εἶχε φύγει– καί τοῦ εἶπα: Θέλω νά βγῶ στό βουνό. Μοῦ λέει: Δέν εἶναι γιά σένα τό βουνό, ἔλα μαζί μας. Ἔτσι μπῆκα στήν Force 133, πού ἦταν μιά ὑπηρεσία τῶν Ἄγγλων γιά νά φυγαδεύει κόσμο ἀπό τά ἐδάφη πού εἶχαν καταλάβει οἱ Γερμανοί. Ἔτσι ἄρχισε ἡ δράση μου».

Καί συνεχίζει: «Δουλειά μου ἦταν νά κρύβω Ἐγγλέζους ἀξιωματικούς ἤ στρατιῶτες, ἀλλά καί Ἕλληνες μέχρι νά μπορέσει ἡ ὀργάνωση νά τούς φυγαδεύσει στήν Αἴγυπτο. Εἴχαμε νοικιάσει διάφορα διαμερίσματα στό κέντρο τῆς Ἀθήνας μέ ψεύτικα ὀνόματα. Μοῦ ἔδωσαν τό κωδικό ὄνομα Πάτ. Ἤμουν ἡ Πάτ, ἄν καί ποτέ δέν τό παραδέχτηκα ὅταν μέ συνέλαβαν τελικά. Ὁδηγοῦσα ἕνα “μορισάκι” πού μᾶς εἶχε παραχωρήσει ὁ τότε Πρωθυπουργός Ράλλης. Μᾶς εἶχε δώσει γερμανικά ἔγγραφα, ὅτι τάχα ἀνήκει σέ κάποια γερμανική ἑταιρεία κι ἔτσι κυκλοφορούσαμε καί περνάγαμε τούς ἐλέγχους. Ἐκτός ἀπό τά διαμερίσματα πού κρύβαμε ὅσους ἦταν κυνηγημένοι, εἴχαμε καί μία, δύο σπηλιές κάπου στά Κιούρκα πού ἔφταναν καί κρύβονταν κάποιοι πρίν ἔρθουν στήν Ἀθήνα καί ἕνα διαμέρισμα στά Πετράλωνα πού ἦταν κάτι σάν πυριτιδαποθήκη. Μάλιστα εἴχαμε γιά φύλακα τόν Καρπόζηλο πού κάπνιζε πολύ καί ὅλο τοῦ ἔλεγα: Πρόσεχε γιατί θά γίνει κανά μπάμ καί θά γίνουν ἄνω-κάτω τά Πετράλωνα. Μάλιστα μέ τό αὐτοκίνητο πολλές φορές χρειάστηκε νά μεταφέρω ἐκρηκτικά πού προορίζονταν γιά κάποια ἐπιχείρηση. Ὁ φόβος καί οἱ προδότες τῆς “διπλανῆς πόρτας” –νά πῶ ὅτι δέ φοβόμουν, θά ἤμουν ἀνόητη. Βεβαίως καί φοβόμουν. Πιό πολύ φοβόμουν τούς δικούς μας ἀνθρώπους. Οἱ προδότες κυκλοφοροῦσαν παντοῦ. Εἶχα μιά συμμαθήτρια, ἡ μάνα της ἦταν Ρωσσίδα καί μένανε στό Ψυχικό. Τό σχολεῖο μας ἦταν πίσω ἀπό τό σπίτι τους καί κάθε πρωί πήγαινα, ἔπαιρνα τή φίλη μου καί πηγαίναμε στό μάθημα. Μιά μέρα μοῦ λέει: Μπές μέσα νά φᾶμε κάτι. Ἐκείνη τήν ἐποχή τό νά φᾶς κάτι δέν ἦταν αὐτονόητο. Μπῆκα, εἶχε κάνει μπισκότα. Φάγαμε τά μπισκότα, ἤπιαμε ζεστό τσάι καί φύγαμε γιά τό σχολεῖο. Πολλοί μοῦ λέγανε: Πρόσεχέ την, εἶναι ἄνθρωπος τῶν Γερμανῶν. Δέν μποροῦσα ὅμως νά τό πιστέψω. Ὅταν μέ πιάσανε οἱ Γερμανοί καί μέ πήγανε στή Γκεχέραλντ Φέλτ Πολιτσάι καί ἀνεβήκαμε τίς σκάλες γιά νά πάω στό τρίτο πάτωμα, ἦταν ἀνοιχτή ἡ πόρτα ἑνός γραφείου καί τήν βλέπω, τήν μάνα τῆς φίλης μου, καθισμένη ἐκεῖ μέ ἕνα τσιγάρο νά καπνίζει. Καί λέω νά ’τα. Αὐτή ἤτανε καί εἴχανε δίκιο οἱ ἄνθρωποι πού μοῦ τό λέγανε».

Στήν φυλακή παρέμεινε ἔχουσα παρά λίγο γλυτώσει τήν ἐκτέλεση πρός τήν ὁποία ἐβάδισε μαζί μέ τήν Λέλα Καραγιάννη. Αὐτή ἦταν ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ ὁποία μετά τήν ἀπελευθέρωση ἔφυγε κυνηγημένη ἀπό τόν ΕΛΑΣ καί παρέμεινε δέκα μῆνες στό Κάιρο.

Ἐνεργός στήν πολιτική ζωή τῆς χώρας παρέμεινε μέχρι τό τέλος. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν τοῦ κόμματος τῆς Νέας Δημοκρατίας.

Κεντρικό ἄρθρο ἐφημερίδος “ΕΣΤΙΑ”, Τρ. 21 Σεπτεμβρίου 2021, φ. 42.066, σελ. 1, 3 (ἀναδημ. στήν ἡλεκτρονική ἔκδοση 22/9/2021).

 

https://www.antibaro.gr/article/31173 


Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο 20ΧΡΟΝΟΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΑΡΜΕΝ ΚΟΥΠΤΣΙΟΣ (14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1905)

Κορυφαίος Μακεδονομάχος για την περιοχή της Δράμας αναδείχθηκε ο Άρμεν Κούπτσιοςπου γεννήθηκε στον Βώλακα το 1885. Λόγω έλλειψης στοιχείων στα δημοτολόγια, υπάρχει σύγχυση σχετικά με τα ακριβή στοιχεία των γονιών του. Το πιθανότερο είναι ο πατέρας του να λεγόταν Άρμεν Άρμεν Κούπτσιος και η μητέρα του Ελένη (αγνώστου γένους). Είχε αδελφό τον Προκόπη Άρμεν Κούπτσιο που γεννήθηκε στον Βώλακα το 1880.

Ο Άρμεν Κούπτσιος ήταν μεταξύ αυτών που εντάχθηκαν στην ένοπλη ομάδα του Βώλακα κατά της δράσης των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, υπό την καθοδήγηση του Δημητρίου Βογιατζή, δάσκαλο από την Προσοτσάνη, που τον τοποθέτησε εκεί ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος.

Η συμβολή του Άρμεν στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας ήταν σύντομη μεν αλλά καθοριστική. Το Σεπτέμβριο του 1905 ο Χρήστος Βογιατζής (αδελφός του Δημητρίου) παρουσίασε τον Άρμεν Κούπτσιο μαζί με τον Νικόλαο Μαυρουδή στον Στρατή Σπληναρίδη (πρόκειται για τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Νταή, που βρισκόταν καλυμμένος πίσω από την ιδιότητα του διευθυντή του σχολείου Προσοτσάνης για να οργανώσει τον ένοπλο αγώνα), για να τους εντάξει στο Κέντρο Δράσεως Προσοτσάνης. Δεν ήξερε καλά τα ελληνικά και ίσως γι’ αυτό στην αρχή δεν έγινε δεκτός από τον Κωνσταντίνο Νταή, παρά μόνο μετά από παρέμβαση του Χρήστου Βογιατζή. Ήταν ευκίνητος, ρωμαλέος, ταχύς, θαρραλέος, ατίθασος αλλά και καλοσυνάτος, με βαθιά πίστη στην Ορθοδοξία και στην πατρίδα. Ανέπτυξε σημαντική δράση και κατάφερε σε πολύ νεαρή ηλικία να γίνει το φόβητρο του Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην περιοχή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος τον θεωρούσε πρωτοπαλίκαρό του. Όλες τις επικίνδυνες αποστολές τις ανέθετε σ’ αυτόν και στην ομάδα του.

Στις 2 Ιουλίου 1907 ο Άρμεν Κούτσιος μαζί με τους Χρήστο Βογιατζή από την Προσοτσάνη και Πέτρο Μάντζιο από το Παλαιοχώρι Καβάλας, διατάχθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να σταματήσουν τη δράση του Κομιτατζή Πλάτσεφ. Αυτοί, του έστησαν καρτέρι κοντά στο σημερινό χωριό Μυλοπόταμο Δράμας και τον σκότωσαν. Οι πυροβολισμοί όμως έγιναν αντιληπτοί από Τούρκο αγροφύλακα, ο οποίος συνέλαβε με ύπουλο τρόπο τον Άρμεν Κούπτσιο και τον παρέδωσε στις τουρκικές Αρχές στη Δράμα. Οι υπόλοιποι κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης και καταδικάστηκε σε θάνατο από το ειδικό Στρατοδικείο.

Στο μεταξύ το βουλγαρικό Κομιτάτο συγκέντρωσε υπογραφές από 33 χωριά της ευρύτερης περιοχής και διαβεβαίωνε τους Τούρκους πως μόνο δια της θανατικής ποινής του Άρμεν θα σταματήσουν οι ταραχές. Οι προσπάθειες του Ελληνικού Κέντρου Δράσης για να αποφυλακιστεί ή να μετατραπεί η θανατική ποινή του σε ισόβια, δεν απέδωσαν. Στη συνέχεια, ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές της Δράμας. Τότε αποφασίστηκε από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να στηθεί ενέδρα και να τον αρπάξουν από τα χέρια των Τούρκων όταν θα τον πήγαιναν στον τόπο εκτέλεσης. Δυστυχώς το σχέδιο προδόθηκε και άλλαξε η διαδρομή την τελευταία στιγμή. Έτσι, τη 14η Σεπτεμβρίου 1907 απαγχονίστηκε στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Ούτε εκείνη τη στιγμή ο Άρμεν δεν δάκρυσε, δεν λύγισε απέναντι στους δήμιούς του. Το σώμα του παραδόθηκε για ταφή στους Αθίγγανους, μετά από τρεις ημέρες που κρεμόταν για παραδειγματισμό. Έτσι, πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων Μακεδονομάχων αγωνιστών.

Προς τιμή του έχουν γραφτεί ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Η προτομή του Άρμεν Κούπτσιου κοσμεί την πλατεία του Βώλακα (από το 1956) και την πλατεία της Δράμας (από το 1967), στο σημείο που απαγχονίστηκε.

Ο πατέρας του Άρμεν με πόνο ψυχής έμαθε τα άσχημα μαντάτα, βρήκε παρηγοριά στο Μητροπολίτη Χρυσόστομο. Και εκεί ο ηρωικός αυτός πατέρας βρήκε τη δύναμη να δώσει συλλυπητήρια στο Δεσπότη λέγοντας του :

«δεν κλαίω που έχασα το παιδί μου, κλαίω που εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρό σου».

Τιμώντας τον Άρμεν Κούπσιο τιμούμε ταυτόχρονα και όλους τους κατοίκους του Βώλακα που τόσο στον Μακεδονικό Αγώνα αλλά και μέχρι τους πρόσφατους αγώνες του Έθνους, ο καθένας τους αγωνίσθηκε με τον τρόπο του και πάρα πολλοί μέχρι αυτοθυσίας για την Ελλάδα.

Οφείλουμε, όμως, να αποτίσουμε φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους αφανείς ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την Ελλάδα. Όλους εκείνους τους αγράμματους χωρικούς που στήριξαν το Μακεδονικό Αγώνα και τροφοδότησαν τα ανταρτικά μας σώματα με πληροφορίες και τρόφιμα, όλους εκείνους τους Μακεδόνες που άνοιξαν τη πόρτα του σπιτιού τους στους αγωνιστές αυτούς μέσα στα χιόνια και με την αγάπη τους τους ζέσταναν μοιράζοντας μαζί τους τη φτωχική τους στέγη και το ψωμί τους.

 

 ΚΕ.Π.Α.Α.Μ.

ΑΝΤΕΧΟΥΜ


Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΟΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ ΤΩΝ ΠΕΤΡΩΤΩΝ ΣΜΥΡΝΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΑΤΙΜΩΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΣΕΤΕΣ ΤΟ 1922 (Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΖΑΛΟΓΓΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΣ)


Η αληθινή μαρτυρία του Αλέξη Αλεξίου που έφτασε πρόσφυγας στην Ελλάδα το ‘22:

ΠΗΓΗ:
Η Έξοδος, Τόμος Α’, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980.
Η μαρτυρία δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: “Το κεφάλι λίγο πιό πέρα το τσιμπολογούσαν οι αδέσποτες κότες”, σελ. 5-11.

Γεννήθηκα στη Σμύρνη το 1910, στη συνοικία Αγίας Αικατερίνης, κόντά στον κινηματογράφο «Φοίνικα» απέναντι στο μπακάλικο του Πανανού του Μπιτσακτσή. Ο πατέρας μου ήταν μανιφατουριέρης, που λένε εδώ, είχε εμπορικό, κοντά στον Άη Γιώργη, ο δε παππούλης μου ήταν ο περίφημος παιχνιδάτορας, που έπαιζε βιολί, ο Γιάγκος ο Βλάχος. Για να μάθω γράμματα στην αρχή με στείλαν οι γονείς μου στο σχολείο του Νεστορίδη και συνέχεια στου Πασχάλη. Θυμούμαι που μας μαθαίνανε και τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο μ’ ελληνικά λόγια, αλλά στη μελωδία του αγγλικού ύμνου: «ο Θεός σώζει τον βασιλέα». Κάναμε γιορτές κάθε 25 Μαρτίου∙ ντυνόμασταν τσολιάδες και με άλλες εθνικές ενδυμασίες τα κορίτσια. Αφού βέβαια ο διευθυντής της Σχολής Νεστορίδη έβαζε φύλακες όξω από το σχολείο. Δύο Μαίου του 1919 έγινε η ελληνική Κατοχή. Πήγα στο «Quai» με τους γονείς μου. Όλη η Σμύρνη γιόρταζε, ήταν σαν Πάσχα, ακούγονταν κανονιές από τα καράβια, παντού κυμάτιζε η γαλανόλευκη. Όλοι φορούσαμε στο στήθος μας εθνικές κονκάρδες. Όλοι τρέχαν στην προκυμαία κοπάδια, κοπάδια∙ ξεφώνιζαν και τραγουδούσαν. Όλοι βιάζονταν να δούνε τα ευζωνάκια, τον ελληνικό στρατό, τα ελληνικά καράβια: τον «Αβέρωφ», τον «Ατρόμητο», το «Λέοντα».

Έζησα τις αξέχαστες στιγμιές της λευτεριάς. Εμείς δεν πήραμε είδηση τη μάχη που δόθηκε, γιατί δεν ήμασταν προς το κονάκι αλλ΄ αντίθετα μετά από το θέατρο Σμύρνης, προς την Πούντα. Αργότερα μάθαμε ότι η φάλαγγα των ευζώνων έμπαινε στην πλατεία του διοικητηρίου και την χτύπησαν από το αρχηγείο της χωροφυλακής, από τις φυλακές, από την τουρκική συνοικία. Χτυπήθηκαν δέκα ευζωνάκια∙ τα δύο πέθαναν και πάρα πολύς κόσμος πνίγηκε στη θάλασσα από το σπρώξιμο που κάναν, γιατί θέλαν να φύγουν γρήγορα να σώσουν τη ζωή τους. Τα τάγματα ευζώνων σταμάτησαν την αντίσταση. Κοντά στο σπίτι μας βρισκόταν το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Απόλλων Σμύρνης∙ εκεί είχε στραποδεύσει ελληνικός στρατός. Η μητέρα μου από ενθουσιασμό κι αγάπη για τα νέα παλικάρια μου έδινε και τους πήγαινα, μαζί με άλλα παιδιά, διάφορα εκλεκτά τρόφιμα.
Τα πρώτα μηνύματα της Καταστροφής μας ήρθαν με την οπισθοχώρηση του στρατού μας. Είδα αξιωματικούς στο δρόμο που ξύλωναν και πετούσαν τα γαλόνια και τα παράσημα τους, κι εγώ ζητούσα ο ανόητος από τους γονείς μου να μου βρούνε τέτοια γαλόνια κι εκείνοι αγανακτισμένοι με ξυλοφόρτωσαν. Τα σημάδια της Καταστροφής ήταν ακόμα πιο έντονα, όταν φθάσαν από τα Θείρα συγγενείς μας κατατρεγμένοι και τους φιλοξενήσαμε. Μετά από λίγες μέρες κάναν την εμφάνιση τους τα ταγκαλάκια (Ταγκαλάκια ονομάζανε τους Τούρκους χωρικούς με κοντά βρακιά και γκέτες που είχε επιστρατέψει ο Κεμάλ). Ο κόσμος τρομοκρατήθηκε. Πότε-πότε ακούγονταν και μακρινές κανονιές. Είπαν οι δικοί μου πως ο Πλαστήρας πολεμά στην περιοχή του Τσεσμέ. Εκεί στις συζητήσεις των μεγάλων άκουα για τους Τσέτες∙ όσο περνούσαν οι μέρες καταλάβαινα ότι κάτι μεγάλο κακό ήταν να γίνει, γιατί κάθε βράδυ οι γονείς μου έπαιρναν εμένα, τον αδερφό μου και την αδερφή μου που ήταν λεχούδι και πηγαιναμε και κοιμόμασταν σε μια φράγκικη οικογένεια στο φαρδύ της Καθεδράλης, γιατί η κυρία του σπιτιού ήταν φιλενάδα της μητέρας μου. Μέναμε στο δώμα και κάθε πρωί που ηπηγαίναμε πίσω στο σπίτι μας ήταν αδύνατο να μη δούμε στους δρόμους ανθρώπους με τα νυχτικά τους, τους οποίους χτυπούσαν με τους υποκόπανους και τους παίρναν τα ταγκαλάκια.
Ένα μεσημέρι έγινε μεγάλη φασαρία και κακό, μαθεύτηκε ότι οι Τούρκοι βάλαν φωτιά στην συνοικία της Αρμενίας. Είχα ένα προαίσθημα. Μια κατάθλιψη μου βάραινε τη ψυχή και δεν μπορούσα να το εξηγήσω. Δεν αργήσαμε να δούμε τους πρώτους καπνούς της φωτιάς. Δεν θυμούμαι αν την ίδια μέρα ή έπειτα από μερικές μέρες ο κόσμος άρχισε να φεύγει από τη Σμύρνη, γιατί η φωτιά όλο μεγάλωνε. Από κει φύγαμε∙ πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της αδελφής της νενές μου που ήταν στην Πούντα, γιατί εκείνη ήταν παντρεμένη με έναν Ιταλό και βέβαια η οικογένεια της σαν ιταλική που ήταν, ήταν εξασφαλισμένη. Δε θυμούμαι ούτε τους λόγους, ούτε την αιτία που ύστερα από λίγες μέρες μας πήρε ο πατέρας μου όλους, εκτός από τον παππού και τη νενέ, και ξεκινήσαμε προς την παραλία της Πούντας, όπου ήταν διάφορα κέντρα. Προχωρήσαμε ακόμη πιο πολύ∙ περάσαμε το νεκροταφείο της Σμύρνης και το γήπεδο του αθλητικού ομίλου Πανιωνίου Σμύρνης. Από κει και πέρα άρχισε να μαζεύεται χιλιάδες κόσμος σε μια πορεία στο δρόμο που ήταν κοντά στην παραλία, με κατεύθυνση προς το Μπαργιακλί.
Από το δρόμο προς τη θάλασσα ήταν διάφορα παραλιακά κέντρα. Σε ένα από αυτά είδα κάτι, που όσο ζω δεν θα το ξεχάσω∙ θα έχω τη φοβερή εικόνα, που αντίκρισα μπροστά μου. Λίγο αριστερά από το δρόμο κι έξω από ένα κέντρο είδα ένα πτώμα ανάσκελα, αποκεφαλισμένο, ντυμένο μόνο μ’ ένα πουκάμισο και μαύρο πανταλόνι∙ το κεφάλι, λίγο πιο πέρα από το σώμα, το τσιμπολογούσαν οι κότες που βόσκαν αδέσποτες. Μια άλλη κότα ήταν ανεβασμένη στο στήθος του πτώματος και τσιμπολογούσε τον κομμένο λαιμό. Σε κάτι τραπέζια, που ήταν πάρα κάτω, ήταν πεταμένα δύο ή τρία πτώματα. Όλος αυτός οκόσμος, ο χιλιάδες κόσμος, προχωρούσε προς το Κορδελιό, γιατί διαδίδονταν πως στο Κορδελιό αράζουν διάφορα βαποράκια και σώνουν τον κόσμο. Κατά το απογευματάκι φτάξαμε στο Μπαργιακλί που κι αυτό είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους του. Οι δρόμοι και η πλατεία του χωριού με τα πλατάνια ήταν γεμάτα από κόσμο, που κάθισε να ξαποστάσει. Ο πατέρας μου βρήκε ένα ωραίο άδειο σπίτι και πήγαμε εκεί μαζί με άλλους να περάσουμε τη νύχτα. Αφού μας άφησε, βγήκε όξω να ζητιανέψει τρόφιμα∙ θυμούμαι που μας έφερε σατσόπιτες που του δώσαν άλλοι χριστιανοί. Φαίνεται πως κάπου βρήκαν λίγο αλέυρι, κάναν όπως-όπως λίγο ζυμάρι και το ψήσαν πάνω σε λαμαρίνα με κουκουνάρες που πέφταν από τα πεύκα. Νερά είχε τρεχούμενα. Όταν έπεσε η νύχτα, ήθελα να πάω κάπου, πριν να κοιμηθούμε. Όλα γύρω πίσσα, σκοτάδι, μέσα κι όξω. Ανάβαμε σπίρτα κι άλλο σπίρτο στο σκοτάδι, βρήκε το αποχωρητήριο και με φώναξε να πάω. Ξεκινώ να πάω εγώ εκεί που έβλεπα τη φλόγα του σπίρτου. Το σπίρτο έσβησε, αλλά συγχρόνως σκουντούφλησα σε κάτι μαλακό∙ μπάζω τις φωνές. Ο πατέρας μου άναψε κι άλλο σπίρτο και προχωρούσε προς εμένα. Στο τρεμάμενο φως του σπίρτου είδαμε με φρίκη ότι είχα σκουντουφλήσει σ’ ένα κομμένο χέρι και λίγο πάρα κάτω είδα φευγαλέα ένα πτώμα γυναικείο. Είχε γίνει μέσα εκεί μακελειό. Ο πατέρας μου είπε να μην πω τίποτα απ’ αυτά που είδαμε στη μητέρα. Όταν έφεξε η μέρα, άρχισε ο κόσμος να φεύγει από το Μπαϊρακλί με κατεύθυνση προς το Κορδελιό κι έτσι τους ακολουθούσαμε κι εμείς∙ όπως πηγαίναμε όμως, στ’ αριστερά του παραλιακού δρόμου, είδαμε να έρχεται από το Κορδελιό προς τη Σμύρνη τούρκικη καβαλαρία, οπλισμένη με σπαθιά. Κρατούσαν ακόμη στο δεξί τους χέρι ένα ακόντιο μ’ ένα σημαιάκι στην κορφή. Στήριζαν το ακόντιο στον αναβατήρα. Πιο πίσω ακολουθούσαν Τσέτες. Τότε μας βρήκαν τα χειρότερα∙ οι Τσέτες πέσαν απάνω στον κόσμο και κάναν όλων των ειδών τα εγκλήματα. Χτυπούσαν τους άντρες και τους ζητούσαν παράδες, και μαλαματικά από τις γυναίκες. Αρπούσαν όποια κοπέλα τους σφαντούσε (σφαντώ=κάνω εντύπωση, φαντάζω) και την ντρόπιαζαν∙ και την ντρόπιαζαν∙ φόβος και τρόμος μας έπιασε όλους. Οι καβαλαραίοι μόνο που μας τρόμαξαν, αλλά οι Τσέτες κάναν τα εγκλήματα. Ωστόσο, όπως πηγαίναμε, ένας από τους καβαλαραίους ξέκοψε από τη σειρά του, στάθηκε μπροστά στη μητέρα μου και της είπε σε καθαρά ελληνικά: «τσερά, δώσε μου τα δαχτυλίδια σου». Ο πατέρας κρατούσε αγκαλίά την αδερφή μου κι ένα μπόγο∙ ό,τι άρπαξε φεύγοντας από το σπίτι. Η μητέρα μου από το ένα χέρι κρατούσε τον αδερφό μου, ενώ στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μπόγο στηρίζοντας τον στην πλάτη της, κι εγώ ένα μπόγο∙ πήγαινα κοντά στη μητέρα μου για να μη χαθούμε. Έτσι σφάνταζαν τα δαχτυλίδια της μητέρας. Σταθήκαμε και η μητέρα προσπαθούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Από την ταραχή της όμως και το φόβο της δεν μπορούσε να βγάλει τα δαχτυλίδια. Τότε ο Τούρκος καβαλάρης, επειδή έχασε τη σειρά της, βιαζόταν κι ετοιμάστηκε να κόψει το δάχτυλο της μητέρας με την κάμα του. Ο πατέρας τότε σάλιωσε το δάχτυλο της κι έτσι έβγαλε τα δαχτυλίδια και τα δώσε στον εξαγριωμένο Τούρκο. Ήταν ο κόσμος θάλασσα, χιλιάδες κόσμος, που έκλαιε και βογγούσε. Προχωρούσαμε όπου προχωρούσαν όλοι, προς το Κορδελιό∙ από κει θα σωθούμε. Αλίμονο σ’ εμάς! Η ελπίδα να σωθούμε από κει, από τη θάλασσα του Κορδελιού, χάθηκε. -Θεέ μου, λυπήσου μας, έλεγε η μητέρα κι έκλαιγε. Ο κόσμος τα ‘χασε πια, απελπίστηκε τελείως. Άλλοι κλαίγαν, άλλοι χτυπιούνταν καοι μοιρολογούσαν κι άλλοι σέρναν τα πόδια τους και σώπαιναν.
Ο βόγγος, ο θρήνος έγιναν ένα δυνατό βουητό. Σε μια στιγμή δεν πιστεύαμε τα μάτια μας∙ γυναίκες πολλές, μια σειρά ατελείωτη από το μπουλούκι που ερχόνταν από το Κορδελιό, σπρώχνοντας η μία την άλλη και σκύφτοντας, τραβούσαν κατά τους ψηλούς βράχους, εκεί στα Πετρωτά. Ώσπου να καλοκαταλάβεις, πηδούσαν και χάνονταν μέσα στη θάλασσα. Πολλές κρατούσαν αγκαλιά και τα μωράκια τους. Πλάι τους, πάνω από τα κεφάλια τους, ήταν οι Τσέτες, έτοιμοι να τις ντροπιάσουν, και ήθελαν να γλυτώσουν από τα χέρια τους, να πέσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν στο γκρεμό, να χαθούνε. Η εικόνα αυτή ύστερα από τόσα χρόνια ούτε έσβησε, ούτε θα σβήσει από τη μνήμη μου, όσο ζω. Την παράστησα στους φίλους μου, αργότερα στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
Γυρίσαμε με τις χιλιάδες κόσμο στο Μπαργιακλί.Μέναμε στο ύπαιθρο∙ τη μέρα φοβούμασταν, ενώ τη νύχτα τρέμαμε τους ανήμερους Τσέτες. Μια μέρα ήρθε κι άραξε ένα μικρό βαποράκι με ιταλική σημαία∙ βγήκε ο συγγενής μας ο Ιταλός,- φαίνεται πως μαθεύτηκαν τα νέα του Κορδελιού- μας πήρε και μας πήγε στη Σμύρνη, στο σπίτι του. Τη μέρα του Σταυρού 14 Σεπτεμβρίου, μέρα σημαδιακιά, μας πήρε ο πατέρας, περπατήσαμε κάμποσο και μπήκαμε στο μπουλούκι για να μπαρκάρουμε. Μόλις περάσαμε τα συρματοπλέγματα –ήταν μαζί μας τούτη τη φορά η νενέ και ο παππούλης- οι Τούρκοι χώριζαν τα γυναικόπαιδα από τους άνδρες. Στο σημείο αυτό ήταν και στρατιωτικοί ξένης υπηκοότητας, όχι Τούρκοι. Πιάσαν τον μπαμπά μου και τον παππούλη μου και τους χώρισαν από μας. Έγινα έξαλλος, αγανάκτησα και τράβηξα τον πατέρα μου να τον φέρω μαζί μας. Εκεί ένας Αμερικάνος ναύτης – τους γνώριζα από το καπελάκι που φορούσαν- δεν πρόκανα και μου ‘δωσε μιά στο λαιμό μ’ ένα σιδερένιο μπαστούνι που κρατούσε, από κείνα που χρησίμευαν για ν’ αλλάζουν τις ράγες των τραμ. Τελικά ο πατέρας μου κι ο παππούλης μείναν, κι εμείς τα παιδιά με τη μητέρα μας και τη νενέ μας μπήκαμε στο βαπόρι «Ισμίντι». Μόλις ξεκίνησε το βαπόρι, η μητέρα από την απελπισία της ήθελε να πέσει στη θάλασσα και την συγκράτησαν οι άλλοι πρόσφυγες. Εμένα πρήστηκε ο λαιμός μου και πονούσα αβάσταχτα∙ και μ’ όλα αυτά έβλεπα τη φλεγόμενη Σμύρνη μέσα από το καράβι που σιγά-σιγά απομακρύνονταν. Το καράβι μας έβγαλε στη Μυτιλήνη∙ εκεί μας φιλοξένησε η οικογένεια του αδερφού του παππούλη μου, έξι μήνες περίπου. Δεν πέρασε ούτε μήνας που ήρθε ο πατέρας μου και ο παππούλης μου. Καταφέρανε να φύγουνε από τη Σμύρνη, γιατί ο παππούλης μου ήταν παιχνιδιάτορας και ήταν γνωστός και αγαπητός στους Τούρκους και βρέθηκε κάποιος που τον γνώριζε και τον γλύτωσε. Το ίδιο έγινε και με τον πατέρα μου∙ ένας Τούρκος βρέθηκε που του πουλούσε υφάσματα για το χαρέμι του και τον μπάρκαρε. Η χαρά όλων μας δεν περιγράφεται∙ ήταν σαν νεκρανάσταση, τους λογαριάζαμε για σκοτωμένους. Εγώ είχα πάντα το βάσανο μου∙ ο λαιμός μου πονούσε και ήταν πρησμένος. Οι γονείς μου ανησυχούσαν και αναγκάστηκαν να με στείλουν με μια πρώτη εξαδέρφη του πατέρα μου εδώ στον Ευαγγελισμό. Μου έκαναν εγχείρηση∙ θαρρώ πως μου αφαίρεσαν τον αδένα. Έμεινα πολλές μέρες στο νοσοκομείο. Έχω ακόμη ένα μεγάλο σημάδι στο αριστερό μέρος του λαιμού μου. Έτσι που να μη ξεχνώ ούτε μια μέρα τα βάσανα που περάσαμε. Μετά την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 μας δώσανε, όπως και σε όλους τους πρόσφυγες, από ένα δωμάτιο σ’ ένα τούρκικο ανταλλάξιμο σπίτι στην Απάνω Σκάλα της Μυτιλήνης. Ο πατέρας πήρε δάνειο κι άνοιξε πάλι μανιφατουριέρικο, δυστυχώς όμως μετά από λιγο η κυβέρνηση έκοψε τα χρήματα κι ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του και σ συνεχίστηκε η πείνα, η γύμνια, η φτώχεια. Τελείωσα το σχολείο στη Μυτιλήνη. Το 1926 ήρθαμε εδώ στον Πειραιά, μπήκα στη Σχολή Ναυτικών Μηχανικών, ο Προμηθεύς. Πήρα το δίπλωμα μηχανικού το 1934. Εργάστηκα σε διάφορες υπηρεσίες και τώρα είμαι συνταξιούχος.


ΕΝΩΣΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

 


Σάββατο, 10 Απριλίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΜΙΧΟΣ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΑΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥ - Η ΣΥΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ


Ένα ηρωικό δημοτικό τραγούδι, πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα, που τοποθετείται και αυτό στην Ελληνική Επανάσταση.

Η Σαμαρίνα είναι ένα κεφαλοχώρι του Νομού Γρεβενών, ένα από τα υψηλότερα (1.450 υψόμετρο) και γνωστότερα Βλαχοχώρια της Ελλάδας.

Το 1826, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, οι Σαμαριναίοι μετέχουν στην αθάνατη φρουρά των Μακεδόνων η οποία πολεμούσε με ανδρεία. Η ομάδα των Σαμαριναίων αποτελείτο από 120 μαχητές, με αρχηγό τον Μίχο Φλώρο, και βρέθηκαν να μάχονται με ηρωισμό στην «Ντάπια», στο πλευρό του στρατηγού Μάκρη.
Μερικά από τα ονόματα των μαχητών, που διέσωσε η παράδοση, ήταν των Μάκρη, Μανάκα, Αβραμούλη, Συράκου, Μ. Μπούσια, Γκιολδάρη, Τζίμου. Κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου η Μακεδονική φρουρά ήταν εμπροσθοφυλακή των πολιορκημένων, με συνέπεια να έχει τις μεγαλύτερες απώλειες από τα πυρά των Οθωμανών.

Διεσώθησαν μόνο 33 Σαμαριναίοι, ενώ οι υπόλοιποι, Φλώρος, Μακρής, Αβραμούλης κ.ά., έπεσαν ηρωικά στο Μεσολόγγι.
Όπως θρυλείται, ο καπετάνιος Μίχος Φλώρος, βαριά τραυματισμένος, έδωσε στα παλικάρια που σώθηκαν ως τελευταία του επιθυμία τα λόγια του τραγουδιού «Παιδιά της Σαμαρίνας»:

«Κι εσείς παιδιά μωρέ κλεφτόπουλα.
Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα.
Αν πάτε, πά – μωρ’ πάνω στα βουνά,
ψηλά στη Σαμαρίνα μωρέ παιδιά καημένα.
Τουφέκια να μωρέ να μη ρίξετε.
Τραγούδια να μην πείτε μωρέ παιδιά καημένα.
Κι αν σας ρωτήσει μωρέ η μάνα μου,
η δόλια η αδερφή μωρέ παιδιά καημένα.
Μην πείτε, πεί – μωρέ πως εχάθηκα.
Πως είμαι σκοτωμένος μωρέ παιδιά καημένα
Μα πείτε πως παντρεύτηκα πήρα καλή γυναίκα…».


NEWS PEPPER
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Σάββατο, 3 Απριλίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : «ΛΟΥΚΙΑ ΛΑΟΥΤΑΡΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ» Η ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ - ΕΠΕΣΕ ΗΡΩΪΚΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΑΓΕΝΝΗΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ (5 ΙΟΥΛΙΟΥ 1958) - ΓΕΝΝΗΣΕ ΛΕΥΤΕΡΙΑ!


Υποκλινόμαστε στο μεγαλείο της. ΑΘΑΝΑΤΟΙ! ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ

Τιμούμε τη γυναίκα που έδρασε και απέθανε περήφανη για το όνομα της λευτεριάς


Ως αγωνίστρια και ως μάνα η Λουκία Λαουτάρη Παπαγεωργίου είχε τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα ζήλευε κάθε γυναίκα του σήμερα.Η Λουκία Λαουτάρη και ο σύζυγός της Γεώργιος Λαουτάρης διατηρούσαν κρησφύγετο στο περιβόλι τους, όπου έκρυβαν καταζητούμενους αντάρτες της ΕΟΚΑ.
Η τεράστια συμβολή της Ελληνίδας Κύπριας γυναίκας κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ 55-59 ήταν αναμφισβήτητα άκρως σημαντική και εντυπωσιακή. Μάλιστα, ο Αρχηγός Διγενής στα Απομνημονεύματά του αναφέρεται στη γυναίκα της ΕΟΚΑ με μεγάλο θαυμασμό, παρομοιάζοντάς τη με την γυναίκα Σπαρτιάτισσα, αφού ως αγωνίστρια και ως μάνα είχε τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα ζήλευε κάθε γυναίκα του σήμερα: Αψηφούσε τον κάθε κίνδυνο, ξεγελούσε με μεγάλη δεξιοτεχνία τον Άγγλο κατακτητή, χειριζόταν τα πάντα με μεγάλη μυστικότητα, ευελιξία και πανουργία. Φύλαγε στο σπίτι της χωρίς δεύτερη σκέψη αντάρτες με κίνδυνο τη δική της ζωή και της οικογένειάς της, μετέφερε μέσα στο καλαθάκι της φυλλάδια, υλικά και σημειώματα αγωνιστών, και πολλές φορές όπλα και πυρομαχικά.

Ως γνήσια Ελληνίδα μάνα έστελνε τα παιδιά της στο βωμό της Λευτεριάς και έκρυβε τον πόνο της με το σθένος και την περηφάνια που τη χαρακτήριζε.

Σήμερα τιμούμε μια γυναίκα που διέθετε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, μιας γυναίκας που έδρασε και απέθανε περήφανη για το όνομα της λευτεριάς και της Ένωσης της Κύπρου με τη Μητέρα Ελλάδα! Την «Μπουμπουλίνα» της ΕΟΚΑ, τη Λουκία (Λαουτάρη) Παπαγεωργίου.

Η Λουκία γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1926, στο χωριό Αυγόρου της επαρχίας Αμμοχώστου και τέλειωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού της. Ασχολείτο με τα αγροτικά από πολύ νεαρή ηλικία, ακούραστη αγρότισσα, υπόδειγμα συζύγου και μητέρα έξι παιδιών.

Η Λουκία Λαουτάρη και ο σύζυγός της Γεώργιος Λαουτάρης διατηρούσαν κρησφύγετο στο περιβόλι τους, όπου φιλοξενούσαν και έκρυβαν καταζητούμενους αντάρτες της ΕΟΚΑ.

           

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ (Φωτ.ἀπό: lekythos.library.ucy)















4 Ιουλίου 1958: Ο Αρχηγός Διγενής δίνει εντολή για γενικό ξεσηκωμό όλου του άμαχου πληθυσμού. Στο Αυγόρου η τοπική οργάνωση της ΕΟΚΑ τοποθετεί σε όλο το χωριό συνθήματα, οι Άγγλοι στρατιώτες όμως τα κατεβάζουν.

5 Ιουλίου 1958: Οι Έλληνες δεν τα βάζουν κάτω, τίποτα δεν τους σταματάει και αναρτούν νέα συνθήματα.

Οι Άγγλοι, για να τους εκφοβίσουν, συλλαμβάνουν ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, τον Κυριάκο Μακρή και τον αναγκάζουν να ανέβει σε μια σκάλα για να κατεβάσει τα συνθήματα. Το δεκαπεντάχρονο παιδί αρνείται πεισματικά και οι στρατιώτες τον σέρνουν προς το στρατιωτικό όχημα, κτυπώντας τον αλύπητα με ρόπαλο. Τότε οι γυναίκες του χωριού, για να το προστατεύσουν, ορμούν και το αρπάζουν από τα χέρια των Άγγλων και το φυγαδεύουν.

Από τη συμπλοκή που είχε δημιουργηθεί στο κέντρο του Αυγόρου, οι καμπάνες άρχισαν να κτυπούν και συναγερμός σημάνθηκε, για να συγκεντρωθούν οι κάτοικοι του χωριού στην πλατεία. Η καμπάνα χτυπούσε και για τη Λουκία, που εκείνη την ώρα έκανε μπάνιο τη μικρή της κόρη Θεοδώρα. Η καρδιά της κτυπούσε στο ρυθμό της καμπάνας… σηκώθηκε, κοίταξε το καμπαναριό… Ξέρει πως πρέπει να φύγει να πάει εκεί που κτυπά για εκείνην ο ήχος της Ελευθεριάς. Κοιτάζει τη μικρή της κόρη… την αγκαλιάζει, της δίνει ένα φιλί και την αφήνει στη φροντίδα της αδελφής του ανδρός της. Τρέχει έξω από το σπίτι και κατευθύνεται στην πλατεία, κοντά στους άλλους συγχωριανούς, της για να δώσει και εκείνη το παρών της.

Στην πλατεία ακολούθησε άγριος λιθοβολισμός από τους κατοίκους, με αποτέλεσμα οι Άγγλοι να αναγκαστούν να καλέσουν ενισχύσεις. Σε λίγο καταφθάνουν τρία θωρακισμένα αυτοκίνητα και δυο μεγάλα αυτοκίνητα γεμάτα στρατιώτες, περικυκλώνοντας το πλήθος. Οι Άγγλοι εξαπέλυσαν επίθεση με ρόπαλα εναντίον των άοπλων κατοίκων, ενώ το ένα από τα τρία θωρακισμένα αυτοκίνητα ανοίγει πυρ, με αποτέλεσμα οι σφαίρες του να βρουν τη Λουκία Παπαγεωργίου Λαουτάρη στο κεφάλι και τον συγχωριανό της Παναγιώτη Ζαχαρία στο στήθος. Ο θάνατός τους ήταν ακαριαίος, για την οικογένεια Λαουτάρη όμως ο θρήνος ήταν διπλός…. αφού η Λουκία κυοφορούσε το έβδομο παιδί της, όταν σκοτώθηκε…. σχεδόν ήταν 5 μηνών!

Επίσης, από τη συμπλοκή τραυματίστηκαν αλλά εκατόν πρόσωπα.

 ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ (Φωτ.ἀπό: lekythos.library.ucy)




























Τρίτη, 30 Μαρτίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, Ο ΑΞΙΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου.

Ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος (1787 – 1843) ήταν ο κληρικός, ο οποίος ανέλαβε στα χρόνια της Επανάστασης υψηλότατα στρατιωτικά και πολιτικά καθήκοντα. Παράλληλα ανεδείχθη πρότυπο Αρχιερέως. Δέχθηκε να υποστεί βαριά εκκλησιαστική ποινή, παρά να παραβεί τους Κανόνες της Εκκλησίας. Όντως αναδείχθηκε αγωνιστής άξιος της Πατρίδος και της Εκκλησίας.

          Γεννήθηκε στη Νεμνίστα, σήμερα Μεθύδριο, δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Βυτίνας. Τα γράμματα τα έμαθε από δασκάλους κληρικούς και από μόνος του. Ιδιοφυής, έμαθε άριστα να γράφει, να ομιλεί και, αργότερα, να κηρύττει. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι ήταν και άριστος θεολόγος. Το 1813 εξελέγη Επίσκοπος Βρεσθένης και αφιερώθηκε στην ιεραποστολή και στη διάδοση των γραμμάτων. Λιτός στη ζωή έδιδε πρώτος το βαλάντιο του ως παράδειγμα και προτροπή να ενισχυθεί το έργο του. (Βλ. σχ. Αν. Γούδα «Βίοι παραλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1869, Τόμος Α΄, σελ. 138). Το 1818 κατέστη μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Από τότε άρχισε την εντονότερη  πατριωτική του δράση και τη συνεργασία του με τους άλλους αγωνιστές προς προετοιμασία της Εθνεγερσίας.

          Με το ξέσπασμα της Επανάστασης πληροφορήθηκε την κρισιμότητα της μάχης στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821), εγκατέλειψε προσωρινά την ποιμαντορική του ράβδο, περιζώθηκε τη ρομφαία και κατέβηκε από τον Ταΰγετο σε βοήθεια των αγωνιζομένων Ελλήνων. Γράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής: «Περί το λυκαυγές της πρωΐας της 13ης Μαΐου, οι Αγιοπετρίται και οι Τσάκωνες, περίπου 800, τους οποίους διηύθυνε ο Επίσκοπος Βρεσθένης, έσπευσαν εις βοήθειαν των αγωνιζομένων αδελφών των». («Επιτομή Ιστορίας Αναγεννηθείσης Ελλάδος», Τόμ. Β΄ σελ. 23).

Ο Αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Άντον Πρόκες φον Όστεν αποδίδει μείζονα σημασία στη σύμπραξη του Βρεσθένης για την ευτυχή έκβαση της μάχης του Βαλτετσίου, όπως και των μαχών στα Βέρβαινα και στα Δολιανά. (Βλ.σχ. «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους εν έτει 1821 και της ιδρύσεως του Ελληνικού Βασιλείου/Διπλωματικώς εξεταζομένη». Συγγραφείσα μεν υπό Αντ. Πρόκες – Όστεν, μεταφρ. δε εκ του Γερμανικού πρωτοτύπου υπό Γ. Εμμ. Αντωνιάδου. Αθήνησι, εκ του Τυπογραφείου της Αθηνάς, 1868-69, Τόμ. Α΄ σελ. σβ΄).

          Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς ο Θεοδώρητος εγκατέλειψε τα στρατόπεδα και μεταξύ των πρώτων έσπευσε να προωθήσει Σύνταγμα, Νόμους και Κυβέρνηση. Έτσι συνέπραξε στη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία, στις 26 Μαΐου 1821, εξέδωσε την πρώτη πράξη, με την οποία ανακοινώθηκε η εκλογή των μελών της. Σε αυτήν πρόεδρος εξελέγη ο Βρεσθένης. Εξελέγη επίσης αντιπρόσωπος της Σπάρτης στις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου και του Άστρους.

          Το 1822 υπέστη μια επτάμηνη σκληρή δοκιμασία στο Ναύπλιο. Θέτοντας το συμφέρον της Πατρίδας πάνω από τον εαυτό του αποδέχθηκε τον κίνδυνο να εισέλθει στο τουρκοκρατούμενο Παλαμήδι για να διαπραγματευθεί την παράδοση του. Οι Τούρκοι τον κράτησαν όμηρο, τον βασάνισαν ανελέητα και απειλούσαν συνεχώς τη ζωή του. Ημιθανής εξήλθε της αιχμαλωσίας, αλλά βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει την προσφορά του. Ονομάσθηκε για δύο περιόδους αντιπρόεδρος της Βουλής, ουσιαστικά προήδρευε, και από τη θέση του προσπάθησε να σταματήσει την εθνοκτόνα διχόνοια. Φυλακίστηκε πάλι (αυτή τη φορά από τους Έλληνες) στο Παλαμήδι. Πικραμένος αποσύρθηκε στο αγαπημένο του Λεωνίδιο της Τσακωνιάς (Βλ. σχ. Φ. Κουκουλέ «Ιστορία της Βαμβακούς, εν Αθήναις, 1907, σελ. 82-83).

          Στις 10 Αυγούστου 1827 ο Βρεσθένης κατευθυνόμενος προς το Λεωνίδιο  από τους Μύλους απηύθυνε επιστολή στον Γ. Κουντουριώτη, στην Ύδρα. Με υστάτη έκκλησή του τον παρακάλεσε να σταματήσει η διχόνοια «ήδη της πατρίδος κινδυνευούσης»… Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδος ο Θεοδώρητος αποσύρθηκε από τα κοινά και αφοσιώθηκε στα ποιμαντικά του καθήκοντα.

          Ως Επίσκοπος ο Βρεσθένης Θεοδώρητος διακρίθηκε για την παρρησία του και δια την έως διωγμού του τήρηση των Ιερών Κανόνων. Αντιτάχθηκε στην κρατικοποίηση των Μητροπόλεων και των Επισκοπών, που προώθησε η Αντιβασιλεία. Όταν αυτή χώρισε την Επικράτεια σε δέκα Νομούς και ισάριθμες Επισκοπές αντέδρασε, διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί ο Επίσκοπος να καταστεί κρατικός υπάλληλος και να ταυτισθεί  με τον  Νομάρχη. Λόγω της θαρραλέας στάσης του έναντι της εξουσίας έπεσε στη δυσμένεια της. Για «τιμωρία» τον απομάκρυναν από την Επισκοπή Βρεσθένης, στην οποία υπηρετούσε ήδη, το 1842, είκοσι οκτώ χρόνια, και, χωρίς να το θέλει  και να το ζητήσει τον «προήγαγαν» στην επισκοπή Αχαΐας…

Πικραμένος παρουσιάστηκε στη Σύνοδο και εξήγησε τους Κανονικούς, Εκκλησιαστικούς και προσωπικούς λόγους που δεν θέλησε τον «προβιβασμό». Οι Συνοδικοί τον παρέπεμψαν στην Κυβέρνηση, που εξέδωσε το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα…Ο Θεοδώρητος απηύθυνε τότε επιστολή στον Όθωνα και του εξήγησε τους λόγους που αρνήθηκε τη μετάθεσή του. Εν τω μεταξύ η Σύνοδος άλλαξε το όνομα της Επισκοπής Βρεσθένης σε Σελλασίας… Ο Όθωνας προώθησε την επιστολή του Θεοδώρητου στη Σύνοδο, για να επιληφθεί. Εκείνη επικαλέστηκε το Βασιλικό Καταστατικό Διάταγμα του 1833 για την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και ενημέρωσε τον Βασιλέα ότι λόγω της αρνήσεώς του τον εξεδίωξε από την Επισκοπή του και τον κατέστησε «πρώην Σελλασίας». (Κων. Οικονόμου «Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα», Β΄ Τόμος, Αθήναι, 1862, σελ. 486).

Η κυβέρνηση «ίνα μη αποθάνη πράγματι εκ της πείνης»  χορήγησε στον Θεοδώρητο σύνταξη 200 δρχ., αργότερα την έκαμε 300 δρχ… Λόγω της ανέχειας του έμενε σε οίκημα «καλύβης μικρόν διαφέρον, πενιχρά έπιπλα και τράπεζα λιτή» (Κων. Οικονόμου Λόγος Επιτάφιος εις τον Αοίδιμον Σελλασίας Θεοδώρητον, Αθήνησι 1843, σελ. 25).

Στις 26 Απριλίου 1843, στα  53 του χρόνια, ο Θεοδώρητος «ανεπαύθη εν Κυρίω, πλήρης γαλήνης της συνειδήσεως, διότι και ως Ιεράρχης και ως χριστιανός και ως Έλλην και ως αγωνιστής εξετέλεσεν εν ευσεβεία καθ’ άπαντα τον βίον αυτού άπαντα τα πολλαπλά ταύτα καθήκοντα, αλλά και μεστός πικριών» γράφει ο Αν. Γούδας και συνεχίζει: «Ως δείγμα αναντίρρητο της αφιλοχρηματίας του έχομεν ότι επί της θανής του έντεκα μόνον ελλ. τάλληρα πεντόδραχμα ευρέθησαν εν τω κατακένω πάντοτε όντι βαλαντίω του και 5 σμικρά αργυρά κοχλιάρια. Ας μη λησμονήσωμεν δε, ότι αυτού προεδρεύοντος εν τω Βουλευτικώ και παντοδυνάμου τότε όντος, αφίκετο εκ Λονδίνου το πρώτον Ελλ. Δάνειον» («Βίοι Παράλληλοι…», Τόμος Α΄, σελ. 165).

Στη νεκρώσιμη ακολουθία, στο Ναό της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου, συμμετέσχε μέγα πλήθος λαού, που συνόδευσε στη συνέχεια τη σορό του έως τη Μονή Πετράκη, όπου και ετάφη. Προς τιμή του εγράφησαν τρία επιτύμβια. Στην αρχή του ενός γράφεται: «Παντολέτωρ ο χρόνος, δαμασίμβροτος, αλλ’ αρετάων των Θεοδωρήτου το κλέος αθάνατον». (Εξολοθρευτής των πάντων ο χρόνος, δαμάζει όλους τους θνητούς, αλλά το κλέος των αρετών του Θεοδωρήτου είναι αθάνατο). –


Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΥΤΑΣ, Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΠ'ΟΛΟΥΣ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 116 ΕΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΧΑΡΙΣΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΧΑΥΤΕΙΑ.

Η είδηση του θανάτου του έκανε το γύρο του κόσμου, παρότι δεν ήταν πολιτικός, ούτε είχε περιουσία. Ήταν ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης που έφυγε από την ζωή κι ένας από τους μακροβιότερους Έλληνες όλων των εποχών. Το όνομά του ζει, καθώς έχει δοθεί σε μια περιοχή στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, είναι εξαιρετικά λίγες οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν, ώστε σήμερα ακόμη και το όνομά του αναφέρεται λάθος. Ήρθε η ώρα να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια.

«Ο Ανδρέας Χάφτας, ο τελευταίος βετεράνος των ελληνικών πολέμων της ελευθερίας του 1821, πέθανε πρόσφατα στην Αθήνα σε ηλικία 116 ετών. Συχνά εξέφραζε την επιθυμία να ζήσει μέχρι το 1901, προκειμένου να μπορέσει να πει ότι είδε τρεις αιώνες». Αυτό αναγραφόταν στην αμερικανική Chicago Tribune στις 11 Μαΐου 1895.

Αντίστοιχες αναφορές δημοσιεύτηκαν την ίδια περίοδο και σ’ άλλες αμερικανικές εφημερίδες. Νωρίτερα (ήδη από τα τέλη Απριλίου) ο θάνατος του Χαύτα είχε βρει θέση σε ολλανδικές και γερμανικές εφημερίδες, ενώ το καλοκαίρι του 1895 θα φιλοξενούταν ως είδηση τριών γραμμών ακόμη και στις εφημερίδες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Σε όλα τα δημοσιεύματα το κείμενο ήταν σχεδόν πανομοιότυπο, με ορισμένες εφημερίδες να προσθέτουν ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Χαύτας έπαιρνε σύνταξη από το ελληνικό δημόσιο, όπως επίσης ότι η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη.

Και ενώ ο Χαύτας (που, όσο ζούσε, είχε τη σπάνια τύχη να δει μια ολόκληρη περιοχή στο κέντρο της Αθήνας να παίρνει τ’ όνομά του – τα Χαυτεία) όντως πέθανε σε τόσο προχωρημένη ηλικία και ήταν όντως ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης (αν και όχι ένας από τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα για την ελευθερία), οι ξένες εφημερίδες έγραψαν και κάποιες ανακρίβειες. Του αποδόθηκαν κάποιες ελάχιστες τιμές, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν κηδεύθηκε όντως δημοσία δαπάνη, ενώ – το σπουδαιότερο – το όνομά του… δεν ήταν Ανδρέας!


Το πρόβλημα είναι ότι 120 χρόνια μετά, το όνομα του ανθρώπου αυτού με τις τόσες πολλές πρωτιές αγνοείται και από τις ελληνικές πηγές. Αλλού αναφέρεται ότι τα Χαυτεία οφείλουν την ονομασία τους αόριστα σε κάποιον ιδιοκτήτη καφενείου στην περιοχή, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για έναν από τους αγωνιστές του 1821, ενώ άλλες πηγές τον αναφέρουν ως Γιάννη ή Κώστα Χαύτα. Μόνο που ο άνθρωπος δεν ονομαζόταν ούτε Ανδρέας, ούτε Γιάννης, ούτε Κώστας!

Ο Δημήτρης Χαύτας, όπως ήταν το πραγματικό ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1779. Σε νεαρή ηλικία – άγνωστο όμως το πότε ακριβώς – μετανάστευσε στη Σμύρνη, όπου εργάστηκε αρχικά ως υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα. Λίγα χρόνια αργότερα εντάχθηκε στον ιδιωτικό στρατό του Καρασμάνογλου, φρουρώντας τα κτήματά του στο Αϊδίνιο. Εκεί γνώρισε τον Γκριζώτη, πρωτοπαλίκαρο του Καρασμάνογλου με καταγωγή από την Εύβοια. Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821, ο σαραντάρης Χαύτας μαζί με τους Γκριζώτη και Καρασμάνογλου έσπευσαν στο πλευρό των επαναστατών.

Ειδικά ο Χαύτας φέρεται να διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα ως σημαιοφόρος του Παναγιώτη Γιατράκου, να παρευρέθηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς υπό τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, όπως επίσης να συμμετείχε στη μάχη στα Πέντε Ορνία της Άμφισσας υπό τον Νάκο Πανουργιά, στις μάχες της Ακρόπολης Αθηνών υπό τον Μακρυγιάννη, της Πύλου υπό τον γέρο-Αναγνωσταρά, της Πάτρας υπό τον Γιατράκο, του Άργους υπό τον Κολιόπουλο κατά του Δράμαλη.

Το 1835 αναγνωρίστηκαν οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Αγώνα και διορίσθηκε ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας, ενώ του απονεμήθηκαν και παράσημα. Το 1838, ο σχεδόν 60χρονος Δημήτριος Χαύτας παντρεύτηκε μια 14χρονη κοπέλα, την Αικατερίνη, με την οποία ήταν παντρεμένος ως το θάνατό του. Το 1843, τάχθηκε στο πλευρό του κινήματος υπέρ του Συντάγματος, ενώ στο σπίτι του – αυτό τουλάχιστον γράφτηκε – κατασκευαζόταν κρυφά πυρίτιδα, η οποία στη συνέχεια τοποθετούταν σε κοφίνια, το πάνω μέρος των οποίων ήταν γεμάτα από σταφύλια, ώστε να εξαπατώνται οι φύλακες.

Το 1845, ο Χαύτας διέθετε ήδη αρκετή περιουσία και αγόρασε μια μεγάλη έκταση στην περιοχή των σημερινών Χαυτείων. Εκεί ανήγειρε ένα καφενείο, το οποίο και ονόμασε «Καφενείο των Γερόντων». Κι επειδή εκεί ήταν μόνος, ολομόναχος (αφού η οδός Σταδίου της εποχής δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή), όλοι έλεγαν «Πάμε στον Χαύτα!» κι έτσι βγήκε η ονομασία Χαυτεία.

Επιπλέον ο Χαύτας ασχολήθηκε με το εμπόριο αποικιακών υφασμάτων, χάρη στα οποία αύξησε σημαντικά την περιουσία του, απέκτησε πολλά κτήματα, ενώ του ανήκε όλη η περιοχή, όπου αργότερα ανεγέρθηκε το μέγαρο Καυταντζόγλου. Σε δημοσίευμα του 1895 αναφερόταν ότι στο μέρος, όπου ανεγέρθηκε η οικία του αρχιτέκτονα Καυταντζόγλου, βρισκόταν και το καφενείο των «Γερόντων». Τελικά, ύστερα από δεκαετή διαμονή στα Χαυτεία, ο Χαύτας αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί στη Βάθεια (σήμερα πλατεία Βάθης), όπου διέθετε μικρότερα κτήματα.

Εν τω μεταξύ, οι ελληνικές κυβερνήσεις τον τίμησαν με δύο ακόμη παράσημα για τις υπηρεσίες του, ενώ προβιβάσθηκε σε υπολοχαγό και λοχαγό της φάλλαγας, αν και δημοσιεύματα – με αφορμή το θάνατό του – έκαναν λόγο για ένα «πικρό παράπονο» που είχε, ότι αισθανόταν παραγκωνισμένος από τον κόσμο και την επίσημη κυβέρνηση.

Ο ίδιος, πάντως, ήταν πολύ δημοφιλής στη Βάθεια, όπου οι θαυμαστές του σχημάτιζαν κύκλο στα διάφορα καταστήματα της περιοχής και ο Χαύτας τους διηγούταν ιστορίες από την επανάσταση. Μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο πριν το θάνατό του δεν έβγαινε καθόλου από το σπίτι του στον Άγιο Παύλο λόγω γήρατος. Και στις 7 Μαρτίου 1895 (π.η.), ο Δημήτριος Χαύτας έφυγε από την ζωή, ο τελευταίος των αγωνιστών του 1821, σε ηλικία 116 ετών! «Μόνον άνδρες παρωχημένης εποχής, άνδρες της σωματικής διαπλάσεως, και των απλών και πατριαρχικών ηθών των ανδρών του 21, ηδύναντο να φθάσωσι τον αιώνα και να υπερπηδήσωσιν αυτόν» εκτιμούσε η Ακρόπολις (08.03.1895)

Ποιο ήταν το μυστικό της μακροζωίας του; Η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε το καθημερινό του πρόγραμμα – όσο ακόμη μπορούσε να βγαίνει από το σπίτι. Κάθε πρωί, όταν ξυπνούσε, έκανε βόλτα στην αγορά «ντούρος χωρίς να καμπουριάζη». Έτρωγε πάντοτε χόρτα, τα οποία υπεραγαπούσε, σπάνια όμως έτρωγε κρέας. Παραδόξως, το τσιγάρο δεν κατέβαλε την υγεία του κι ας ήταν συνέχεια μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα. Έπινε πολύ λίγο κρασί, όμως κοιμόταν πολύ, ενώ πάντοτε ήταν εύθυμος χαρακτήρας.

Ουδέποτε φόρεσε γυαλιά. Η μνήμη του και γενικότερα οι διανοητικές του ικανότητες ήταν ισχυρές μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η ίδια εφημερίδα περιέγραψε την εικόνα του Χαύτα στο νεκρικό κρεβάτι: «Η μορφή του γαλήνιος και λευκοτάτη απέπνεεν όλην την γλυκύτητα και το άρωμα της ηρωικής του καρδίας, το αρρενωπόν δε άμα και το αφελές όπερ διέκρινε τους άνδρας της παλαιμάρχου εκείνης εποχής ζωηρόν εισέτι απετυπούτο επί του ωχρολεύκου προσώπου του. Και υπό το λευκά του βλέφαρα εκατόν δεκαέξ ενιαυτοί εκοιμώντο! Την σεβασμίαν του κεφαλήν έστεφε το Ελληνικόν φέσιον με την χρυσήν κορώναν, και χρυσά και ατίμητα πισλιά εστόλιζον το ηρωικόν του στήθος». (09.03.1895)

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εστίας, όταν ο Χαύτας ήταν νέος ακόμη, είχε κερδίσει στα χαρτιά ένα τεράστιο χρηματικό ποσό πολλών χιλιάδων δραχμών. Μετά το παιχνίδι, όμως, έβαλε κάτω ένα σταυρό και τον πάτησε ορκιζόμενος να μην ξαναπαίξει ποτέ, όπως και έγινε, τηρώντας τον όρκο του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τέσσερις-πέντε ώρες πριν το θάνατό του, γύρω στις 10 το βράδυ της 6ης Μαρτίου, ο Δημήτριος Χαύτας τραγουδούσε ένα τραγούδι του Μάρτη περικυκλωμένος από τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. (Σύμφωνα με την Ακρόπολις ήταν το «Πετροχελιδόνα πέρασε και μας εχαιρέτισε/ Μας άφησε την υγειά και την χαρά/ Έξω ψύλλοι, ποντικοί· μέσα Μάρτης και χαρά/ Και καλή νοικοκυρά»!!) Λίγες ώρες νωρίτερα είχε φάει – για πρώτη φορά μετά από έξι μέρες – μια φέτα ψωμί, ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ και αφού έστριψε ένα τσιγάρο, το κάπνισε με το τσιμπούκι του. Στις 2.30΄ το πρωί της 7ης Μαρτίου ζήτησε λίγο νερό, το ήπιε και λίγο μετά πέθανε.

Η είδηση του θανάτου του δεν δημοσιεύθηκε σ’ όλες τις εφημερίδες, χωρίς όμως να λείψουν και τα πλούσια αφιερώματα σε όσες τον θυμήθηκαν – τα οποία και αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το παρόν αφιέρωμα. Άλλωστε η ειδησεογραφία ήταν γεμάτη από την προεκλογική κίνηση των συνδυασμών εν όψει των εκλογών της 16ης Απριλίου, καθώς επίσης από το σασπένς γύρω από το φρικιαστικό έγκλημα με θύμα ένα ακέφαλο σώμα, που είχε βρεθεί λίγες μέρες νωρίτερα στον Πειραιά.

Μια από τις λίγες εφημερίδες, που αναφέρθηκαν στο θάνατο του Δημητρίου Χαύτα, ήταν το Άστυ: «Πάει και ο Χαύτας! 116 ετών! Λείψανον του ιερού αγώνος. Εγεννήθη εις τα 1779! Φοβερός και τρομερός πολεμιστής αρχομένου του αιώνος, αγαθώτατος και φαιδρότατος γεροντάκος λήγοντος αυτού. Εις των σπανιοτέρων τύπων της παλαιάς εκείνης γενεάς. Με τις φουστανέλλες του, το φέσι του, την πάλα του, το σελάχι του, τ’ άσπρα του τα μαλλιά, έμοιαζε σαν ζωντανή ακουαρέλα του Λάντσα. Εκ του ονόματός του ωνομάσθησαν τα περίφημα Χαυτεία. Αυτός πρώτος ίδρυσεν εκεί κάτω μία ξύλινη μπαράγκα, η οποία με τον καιρόν μετεμορφώθη εις καφενείον των Γερόντων. Το τι συζητήσεις και ιδίως πολιτικαί έχουν γείνει εκεί μέσα ένας Θεός το ξέρει. Τα Χαυτεία ήσαν άλλοτε μικρά Βουλή, χωρίς στενογραφημένα πρακτικά και υπουργεία […]» (09.03.1895)

Ωστόσο, φαίνεται ότι πολύς κόσμος έσπευσε στην οικία του παλαίμαχου αγωνιστή στην πλατεία Βάθης για να τον αποχαιρετήσει, ενώ στις 10 το πρωί της 8ης Μαρτίου έγινε η κηδεία του, λιτή και χωρίς πολυτελή στεφάνια, στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης, ενώ λόχος πεζικού επικεφαλής της μουσικής της φρουράς απέδωσε τιμές στον Δημήτριο Χαύτα. Απουσίαζαν όμως οι επίσημοι, κάτι που σχολιάστηκε αρνητικά.

Η εφημερίδα Ημέρα σημείωνε: «Είνε αληθές ότι η κηδεία του εγένετο πενιχρά, διότι ο αγωνιστής Δημ. Χαύτας δεν έτυχε να τον ρεκλαμάρη κανείς προ του θανάτου του, και διότι δεν ανήκει εις τον σύλλογον των αλληλοθαυμαστών, ουδέ εις την σπείραν των νεοελθόντων μεγάλων πατριωτών και ευεργετών, και διά τούτο ούτε μεγάλα γαλόνια, ούτε ψηλά καπέλλα συνώδευσαν τον νεκρόν του τελευταίου αγωνιστού. Αλλά νομίζομεν ότι ο ευτυχέστερος των παρ’ ημίν υπήρξε ο αοίδημος Χαύτας, όστις κατώρθωσεν ώστε και τον νεκρόν του ακόμη να μη τον πλησιάσουν οι Αβδηρίται της εποχής». (10.03.1895)

Πηγές:

Τα αρχεία των εφημερίδων:
Ακρόπολις: 08 και 09.03.1895
Το Άστυ: 08.03.1895
Εστία: 09.03.1895
Ημέρα: 10.03.1895
Νέα Εφημερίς: 08 και 09.03.1895