Ετικέτες

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ΤΟΥ 21 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ-ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΘΩΝΗΣ, ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΚΛΗΡΙΚΟΣ


Μεταξύ των ρασοφόρων αγωνιστών που ξεπλήρωσαν πιστά το χρέος τους  προς την πατρίδα και συνετέλεσαν τα μέγιστα στα χρόνια της σκλαβιάς  για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού, ήταν και ο προτελευταίος επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος Παπαθεοδώρου.

Ο επιφανής ιεράρχης γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1770 στην Αλβενα (σήμερα Μίνθη).

Την ίδια χρονιά στο κοντινό χωριό της Τριφυλίας Βασιλικό στη θέση Ραμοβούνι γεννήθηκε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Πατέρας του Δεσπότη ήταν ο παπα-Θεόδωρος Οικονόμου (παπάς του χωριού) με καταγωγή από τη Ζούρτσα (σήμερα Ν.Φιγαλεία) και μητέρα του η Αναστασία Σακελλαρίου.

Ο Γρηγόριος νέος μπήκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας και στην πλούσια βιβλιοθήκη του μοναστηριού της Βυτίνας συμπλήρωσε τις σπουδές του.

Στις 16 Μαϊου του 1800 χειροτονήθηκε ιερέας και στις 9 Απριλίου  1806 έγινε Πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη Χριστιανουπόλεως (τη σημερινή Τριφυλίας και Ολυμπίας).

Στις 12 Αυγούστου 1816 ορίστηκε επίσκοπος Μεθώνης με Πατριαρχικό διάταγμα από τον Πατριάρχη Γρηγόριο του Ε’.

Από το στόμα του Καρυτινού γιατρού Αντώνη Πελοπίδα έμαθε τον Οργανισμό της Φιλικής Εταιρείας και αφοσιώθηκε στο επαναστατικό της πρόγραμμα.

Εγινε φιλικός και από τότε στα στήθια του φώλιασαν φλογερά αισθήματα. Κατηχεί συγγενείς και πατριώτες και τους προετοιμάζει για το εγερτήριο του έθνους.

Η είσοδός του στη Φιλική Εταιρεία χαροποίησε τον Υψηλάντη όπως προκύπτει από την απαντητική επιστολή του προς τον επίσκοπο Γρηγόριο.

Μέχρι την έναρξη της εθνεγερσίας ο Γρηγόριος εργάζεται αδιάκοπα και μεταβάλλει τη μητρόπολή του σε «πολεμικό εργοστάσιο».

Σε λίγο χρονικό διάστημα μύησε στη Φιλική Εταιρεία τους Σπετσιώτες πλοιάρχους Νικόλαο Μπόταση και Χατζή Νικόλα Γκίνη, τον προεστό των Σπετσών Παναγιώτη Μπόταση, τους Κορωναίους εμπόρους Ηλία Σακόπουλο και Γεώργιο Αθουργίτη, τα αδέλφια του και το διάκο του Αμβρόσιο.

Όταν δόθηκε το σύνθημα της επαναστάσεως ο Γρηγόριος παράτησε την ποιμαντορική ράβδο, ζώστηκε τ ’άρματα και στις 29 Μάρτη (και κατ’ άλλους ιστορικούς στις 25 Μάρτη) ύψωσε στη Μεθώνη τη σημαία της Επαναστάσεως.

Κατά τον Φωτάκο πρωτοστάτησε στον σηκωμό της περιοχής του και στις πολιορκίες της Μεθώνης και του Νιόκαστρου, βοηθούμενος παρά των αδελφών του και λοιπών συγγενών του. Εδρασε όπως πρόσταζαν οι ώρες.

Μετά τα επαναστατικά γεγονότα που σημειώθηκαν στη Μεσσηνία, οι Τούρκοι της Τριφυλίας έντρομοι κλείστηκαν στα φρούρια της Μεθώνης και του Νιόκαστρου.

Στο Νιόκαστρο κλείστηκαν εκτός από τους ντόπιους και οι Τούρκοι της Κυπαρισσίας, που είχαν αναχωρήσει από την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) με τα γυναικόπαιδά τους τη νύκτα της 25ης προς 26η Μαρτίου 1821.

Ο πολιορκητικός κλοιός από ξηράς έγινε ισχυρότερος γιατί κατέφθασαν δυνάμεις από Μεσσήνιους, Λάκωνες και Ζακυνθηνούς.

Στις 18 Μαϊου 1821 έφθασαν προ του Νιόκαστρου τα Σπετσιώτικα καράβια. Ο Γενικός αρχηγός Γρηγόριος Παπαθεοδώρου, επίσκοπος Μεθώνης φρόντισε αμέσως να εξασφαλίσει τροφές και εφόδια.

Στα τέλη Ιουνίου η κατάσταση των πολιορκημένων στο Νιόκαστρο ήταν αφόρητη. Ο αποκλεισμός τους απ’ όλες τις μεριές έφερε τα αποτελέσματά του.

Οι προσπάθειες τουρκικού πλοίου στα μέσα Ιουλίου για να εφοδιάσει το Νιόκαστρο με τρόφιμα απέτυχαν γιατί εμποδίστηκε από τα Σπετσιώτικα καράβια.

Μετά τις άκαρπες προσπάθειες επισιτισμού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε τραγική και αναγκάστηκαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για την παράδοσή τους.

Στις 7 Αυγούστου 1821 ως Γενικός αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων Μουσταφά Αγά Μπάσογλου παράδωσε στο Γρηγόριο τα κλειδιά του κάστρου αφού προηγουμένως υπογράφτηκε συμφωνητικό παράδοσης.

Το συμφωνητικό υπόγραψαν οι οπλαρχηγοί της περιοχής με πρώτον τον Μεθώνης Γρηγόριο.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΡΑΣΗ

Ο Γρηγόριος πρόσφερε υπηρεσίες και στα πολιτικά πράγματα. Το 1823 μαζί με τους επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και Βρεσθένης Θεοδώρητο καθώς και με το Σακελλάριο Ιωάννη Αναστασίου υπέγραψε τρίτος κατά σειρά το ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ δηλαδή το Νόμο της Επιδαύρου.

Με αυτό το νόμο θα κυβερνιόταν ο τόπος. Η σημασία του τεράστια γιατί θα δημιουργούσε τις βάσεις για ενιαία διοίκηση και θα περιόριζε τις αντιθέσεις και τις φιλοδοξίες προσώπων και περιοχών.

Στις 23 Μαϊου 1823 εκλέχτηκε μέλος του εκτελεστικού μαζί με τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, τον Πανούτσο Νοταρά, τον Αναστάσιο Λόντο και άλλους.

Στις 22 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Πανούτσος Νοταράς προφασιζόμενος ασθένεια παραιτήθηκε και χρέη προέδρου ανατέθηκαν στο Δεσπότη Μεθώνης Γρηγόριο Παπαθεοδώρου.

Χρημάτισε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους και το 1824 ήταν Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

ΔΙΑΜΑΧΕΣ

Από το 1823 είχε επέλθει διάσταση ανάμεσα στο Βουλευτικό και το Εκτελεστικό. Η πολιτική κρίση συνεχίστηκε και στα μέσα Ιανουαρίου 1824. Τότε μέρος του Βουλευτικού προσκείμενο στον Κολοκοτρώνη  μαζί του δε και ο Γρηγόριος μετακινείται από το Ναύπλιο στην Τρίπολη και εκεί συγκροτείται η Βουλή όπου και ψηφίζεται αντιπρόεδρος ο επίσκοπος Γρηγόριος και γραμματέας ο Χίος Αντώνης Βλαβιανός.

Προσκλήθηκε και ο Υψηλάντης για την προεδρία αλλά δε δέχτηκε να λάβει μέρος.

Προ αυτής της κατάστασης ουσιαστικός πρόεδρος είναι πλέον ο Γρηγόριος ο οποίος ανήσυχος και περίλυπος για τις διαμάχες απευθύνει στις 24 Φεβρουαρίου 1824 μακροσκελή εγκύκλιο στην οποία δεν μπορεί να μη θαυμάσει κανείς το ύφος, τη γνώση και τις σύνθετες ικανότητες του Γρηγορίου Παπαθεοδώρου[6].

Το Μάρτη του 1825 ο Ιμπραήμ εισβάλλει στη Μεσσηνία. Ο Μεθώνης Γρηγόριος κινήθηκε και έδρασε κεραυνοβόλα.

Άφησε την Τριπολιτσά που βρισκόταν και φθάνει στην Κυπαρισσία παρασέρνοντας μαζί του και τους Αρκαδινούς του κάμπου.

Στις 25 Μάρτη 1825 πιάνει  το φρούρια Παλιοναβαρίνο. Διορθώνει το φρούριο, αποθηκεύει τρόφιμα, γεμίζει, τις στέρνες με νερό και ετοιμάζεται. Οι Ελληνες είναι διχασμένοι.

Ο Ιμπραήμ εκμεταλλευόμενος τη διχόνοια των Ελλήνων και έχοντας ως συμβούλους ξένους αξιωματικούς βάδισε με προδιαγεγραμμένο σχέδιο.

Έριξε το βάρος πρώτα στο Παλιόκαστρο και τελευταίο άφησε το Νιόκαστρο. Η θέση των πολιορκημένων δεινή. Βοήθεια απέξω καμμιά. Νερό, τρόφιμα και πολεμοφόδια εξαντλήθηκαν.

Στις 29 Απριλίου 1825 ο Ιμπραήμ έσφιξε την τανάλια της πολιορκίας.

Η ηρωική άμυνα των πολιορκημένων, είχε τον ηρωικό επίλογο, την έξοδο. Ο Γρηγόριος μαζί με τους οπλαρχηγούς αποφάσισαν να εξέλθουν τη νύχτα.

Λίγοι σώζονται, πολλοί πληγώνονται και άλλοι με το θάνατό τους κερδίζουν την αθανασία.

Κατά την έξοδο ανάμεσα σε πολλούς άλλους συνελήφθη και ο Μεθώνης Γρηγόριος.

 

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ο Γρηγόριος κατά διαταγή του Ιμπραήμ απομονώθηκε σε σκοτεινό και ανήλιο μπουντρούμι. Μαζί με αυτόν κλείστηκαν ο αδελφός του ο Παπαντώνης, ο γαμπρός του Αναστάσιος Κατσαρός, ο διάκος του Αμβρόσιος και αρκετοί άλλοι.

Το μαρτύριο κράτησε ένα εξάμηνο. Στο διάστημα αυτό ο Ιμπραήμ επεδίωκε το προσκύνημα των φυλακισμένων, για αυτό έστελνε τακτικά τους δεσμοφύλακες να ρωτήσουν το δεσπότη μήπως μετάνιωσε και ήθελε να προσκυνήσει τον Τουρκοαιγύπτιο πασά.

Εκείνος αγέρωχος και οπλισμένος με τη δύναμη της πίστης και της προσευχής βροντοφώναξε:

«πως ο Δεσπότης της Μεθώνης δύο πράγματα στον  κόσμο προσκυνάει.

τον παντοδύναμο θεό και τη μητέρα του πατρίδα και κανέναν άλλο».

Το μαρτύριο κράτησε ένα εξάμηνο και στις 22 Οκτωβρίου 1825 ήλθε το τέλος.

Το κορμί του Γρηγορίου οι αραπάδες το πέταξαν στη θάλασσα, το κύμα το παρέσυρε και σφηνώθηκε στο στόμιο ενός θαλάσσιου σπηλαίου.

Εκεί το βρήκε αργότερα ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Διονύσιος Φωκάς ο οποίος το πήρε και το πήγε στην Οδησσό όπου το έθαψε με τιμές.

Ο Αλβεναίος ιεράρχης δεν ευτύχησε να δει την πατρίδα του ελεύθερη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ -ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΤΙΜΕΣ

Αυτός ήταν ο προτελευταίος επίσκοπος Μεθώνης. Αγνός στην ιερατική του ζωή, δίκαιος στην πολιτική του, αλύγιστος και αδιάφθορος.

Για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα αναγνωρίστηκε αξιωματικός Α’ Τάξεως με Α.Μ.52.

Αλλά ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Παπαθεοδώρου, που πότισε το δέντρο της λευτεριάς με το αίμα του δεν ήταν δυνατόν να ξεχαστεί και από την Εκκλησία.

Μετά από 135 χρόνια από το θάνατό του δηλαδή το 1960 ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος φρόντισε και στήθηκε η προτομή του στον τόπο του μαρτυρίου του, στη Μεθώνη.

Επίσης αργότερα καθιερώθηκε να γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου Μεθώνης, εθνοιερομάρτυρα την 22 Οκτωβρίου κάθε χρόνου.



Το 1981 -κάπως αργά- ο Σύλλογος της γενέτειράς του, τίμησε το Γρηγόριο και τ’ αδέλφια του και τους άλλους πατριώτες χαράσσοντας τα ονόματά τους στη μαρμάρινη πλάκα του ηρώου που έστησε προς τιμή τους στη γενέτειρά τους Μίνθη.


http://agpanag.blogspot.com/

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ - ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

Ο Σπυρίδων Σπυρομήλιος γεννήθηκε το 1864 στην Θήβα ή σύμφωνα με άλλες πηγές στη Χειμάρα. Τα μαθητικά του χρόνια ωστόσο, τα πέρασε στην Αθήνα όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Κατόπιν εισήχθη στη Ναυτική Σχολή Κεφαλονιάς, όπου ταξίδεψε σε πολλά λιμάνια της Ευρώπης. Ονειρευόταν να γίνει ναυτικός καριέρας και να σπουδάσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Για τον λόγο αυτό, επέστρεψε στην Αθήνα και επιδίωξε να εγγραφεί στη Σχολή αλλά δεν το κατάφερε καθότι είχε ξεπεράσει το 19ο έτος της ηλικίας του. Τα παιχνίδια της μοίρας και τα εμπόδια πολλές φορές γίνονται για καλό. Στην περίπτωση του Σπυρομήλιου του άνοιξαν το δρόμο για να επιτελέσει το καθήκον του συμμετέχοντας πάντα αποφασιστικά στους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.

Το 1883 ακολουθώντας τη συμβολή του συγγενή του Ιωάννη Σπυρομήλιου, Μέραρχου της Χωροφυλακής, κατατάσσεται στο Σώμα και σύντομα γίνεται αξιωματικός. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία, από πατριώτες Έλληνες αξιωματικούς. Ο Σπυρομήλιος δεν γινόταν να μην ενταχθεί στα μέλη της Εταιρείας. Έτσι, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 συμμετέχει ενεργά, σαν επικεφαλής σώματος 67 εθελοντών χωροφυλάκων, στο μέτωπο της Ηπείρου και συγκεκριμένα στη Νικόπολη της Πρέβεζας στην απόβαση της Ηπειρωτικής Φάλαγγας του Μπότσαρη. Διακρίνεται στις μάχες και αναγνωρίζεται η συμβολή του από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας. Επόμενος σταθμός εθνικής προσφοράς του Σπυρομήλιου ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας.

«Καπετάν Μπούας»

Συμμετείχε στο «Μακεδονικό Κομιτάτο» και στρατολόγησε πολλούς Κρητικούς στον Αγώνα. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 1904 τοποθετήθηκε στο Γενικό Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη σαν γραφέας με το ψευδώνυμο «Σουρής». Λόγω της θέσης του ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και συγκέντρωσε σημαντικές πληροφορίες για τη δράση του κοινού εχθρού. Ταυτόχρονα, οργάνωσε επιτροπές αγώνα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής, ενώ όρισε τον τρόπο που θα πρέπει να συλλέγεται και να αποκρύβεται ο οπλισμός για να παραδοθεί τη κατάλληλη χρονική στιγμή στα τμήματα. Παράλληλα, οργάνωσε ομιλίες για την τόνωση του εθνικού και βεβαίως θρησκευτικού φρονήματος του πληθυσμού. Η οργανωτική εργασία του Σπυρομήλιου ήταν σημαντική για εξέλιξη του Αγώνα στη κεντρική Μακεδονία αλλά δεν έμεινε εκεί.

Από τις αρχές του 1905 η δραστηριότητα στην Ελλάδα ήταν έντονη μετά και τη θυσία του Παύλου Μελά. Το Μακεδονικό Κομιτάτο με την στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης οργάνωσε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς ένα κέντρο εκπαίδευσης των σωμάτων που ετοιμάζονταν να εξορμήσουν στη Μακεδονία, με έδρα τη Βουλιαγμένη. Τέσσερα σώματα με επικεφαλής αξιωματικούς εκπαιδεύονταν. Ένα από αυτά ήταν του Σπυρομήλιου, ο οποίος είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο «Αθάλης Μπούας». Τα άλλα τρία σώματα ανήκαν στους αξιωματικούς Κωνσταντίνο Μαζαράκη, Μιχαήλ Κόδρο και Μιχαήλ Αναγνωστάκο.

Το σώμα του Σπυρομήλιου αποτελούνταν από 35 άνδρες και είχε υπαρχηγό τον Ανθυπολοχαγό Πεζικού Μαρίνο Λυμπερόπουλο. Το σώμα έπρεπε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Δυτικής Καρατζόβας και να αποκαταστήσει την επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών σωμάτων στο Μορίχοβο και στην Ανατολική Καρατζόβα.

Τα σώματα αυτά αποβιβάστηκαν στις 28 Απριλίου στις ακτές της Πιερίας με στόχο να εξοντώσουν τις τέσσερις μεγάλες συμμορίες των Βουλγάρων, που τρομοκρατούσαν και βασάνιζαν τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της κεντρικής Μακεδονίας.

Με την αποβίβασή τους τα σώματα των Σπυρομήλιου, Μαζαράκη κινήθηκαν από κοινού προς τα Πιέρια Όρη. Μετά από πορεία δύο ημερών έφτασαν στη Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κοντά στον Αλιάκμονα. Κατά τη διάρκεια της πορείας τα σώματα ενημερώθηκαν για τη δράση Βούλγαρων στη περιοχή νότια του Αλιάκμονα. Με την ανοχή των Τούρκων, Βούλγαροι ξυλοκόποι και εργάτες της περιοχής, που ήταν οργανωμένοι σε βουλγαρικά κομιτάτα για να καταδίδουν Έλληνες στις τουρκικές αρχές, εργάζονταν για την βουλγαροποίηση της περιοχής. Ο Σπυρομήλιος και ο Μαζαράκης αποφάσισαν την εξουδετέρωσή τους. Έτσι, συνέλαβαν 100 αιχμαλώτους Βούλγαρους  από τους οποίους εκτέλεσαν 86 στον Αλιάκμονα, σύμφωνα με έκθεση του ίδιου του Σπυρομήλιου. Με την πράξη αυτή αποκαταστάθηκε αφενός η επικοινωνία των ελληνικών σωμάτων και αφετέρου καθάρισε η περιοχή από τη δράση κατασκόπων των Βουλγαρικών κομιτάτων.

Λίγες ημέρες αργότερα όμως οι Βούλγαροι έστειλαν σώματα κομιτατζήδων για να απαντήσουν. Στα μέσα Μαίου, οι συμμορίες των Βούλγαρων επιτέθηκαν στο σώμα του Σπυρομήλιου και του Κατσίγαρη, ενώ αυτά κατευθύνονταν προς το Μπάχοβο. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 58 Βούλγαροι και 7 Έλληνες. Για την ελληνική πλευρά υπήρχαν και 14 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο Σπυρομήλιος, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. Τη στιγμή εκείνη και ενώ ο Σπυρομήλιος ήταν εκτός μάχης, τουρκικά αποσπάσματα επιτέθηκαν κατά του ελληνικού σώματος. Η ψυχραιμία του υπαρχηγού Ανθυπολοχαγού Λυμπερόπουλου έσωσε την κατάσταση και οδήγησε το σώμα στο Βλάδοβο. Ο Σπυρομήλιος μεταφέρθηκε στη Νάουσα, όπου νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες και ακολούθως επέστρεψε στην Αθήνα.

Στους Βαλκανικούς και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα

Το 1906 συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας που στόχο είχε την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό. Τα χρόνια είναι δύσκολα και οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Στο στράτευμα η αναταραχή δεν λέει να κοπάσει μετά την ήττα το 1897 και το 1909 ξεσπά το κίνημα στο Γουδή. Ο Σπυρομήλιος θα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου.

Το 1912 θα συμμετάσχει και στους Βαλκανικούς πολέμους. Θα αναλάβει την οργάνωση και διοίκηση σώματος εθελοντών και θα απελευθερώσει την πόλη των Φιλιατών. Στις 5 Νοεμβρίου 1912 και ενώ βρισκόταν στην Κέρκυρα έλαβε εντολή να καταλάβει την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Η διαταγή δόθηκε μέσω τηλεγραφήματος από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο: «Κρίνω πολιτικώς σκόπιμον να καταληφθή το ταχύτερον Χειμάρρα και υψωθεί εκεί Ελληνική Σημαία. Προς τον σκοπόν τούτον δύνασθε να να διαθέσητε εθελοντικόν τι Σώμα αποβιβαζόμενον διά θαλάσσης εις Χειμάρραν υπό την ηγεσίαν του Σπυρομήλιου [...]».

Στη διάθεση του για την επιχείρηση ο Σπυρομήλιος είχε 200 Κρητικούς και περίπου 1.800 Χειμαρριώτες, όλοι εθελοντές. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στα Σπήλια της Χειμάρρας. Αφού κατέλαβαν τις προβλεπόμενες θέσεις, η επίθεση ξεκίνησε. Οι Τούρκοι προέβαλαν μικρή αντίσταση και μέχρι το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η πόλη είχε απελευθερωθεί. Υπήρξε ένας νεκρός για το τμήμα του Σπυρομήλιου, το αίμα του οποίου πότισε το χώμα της ελεύθερης Χειμάρρας.

Ο Σπυρομήλιος την ίδια μέρα εξέδωσε προκήρυξη προς τον λαό της Χειμάρρας, όπου κήρυξε την πόλη «ως αναπόσπαστον τμήμα της μίας και αδιαιρέτου μεγάλης Ελληνικής Πατρίδος». Κάλεσε τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της πόλης να τηρήσει απέναντι στον μουσουλμανικό πληθυσμό την ισοπολιτεία και τον σεβασμό, παρά τα όσα είχαν υποστεί στο παρελθόν, γιατί αυτό άρμοζε στον «ανδρείο και ευγενή» ελληνικό λαό. Τόνισε ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν κατακτητικός αλλά ελευθερωτής της περιοχής, που ένωσε το μέλος αυτό με τα υπόλοιπα μέλη της «Ελληνικής οικογένειας». Κλείνοντας την προκήρυξη του έκανε επίκληση στους αγώνες των προγόνων Χειμαρριωτών κατά την εθνεγερσία στην Αράχωβα, στο Μεσολλόγγι και στη Πέτα και πως θα είναι υπερήφανοι που άφησαν άξιους απογόνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τον κατακτητή Τούρκο.

Παράλληλα, εξέδωσε προκήρυξη και προς τον μουσουλμανικό αλβανικό πληθυσμό της περιοχής, τονίζοντας πως τα έθιμα, η θρησκεία αλλά και η περιουσία των θα είναι σεβαστά και δεν θα διατρέξουν κανένα κίνδυνο. Οι Αλβανοί πάντως ετοίμασαν ένοπλες ομάδες και επιτέθηκαν κατά των δυνάμεων του Σπυρομήλιου στο Κούτσι την 18η Νοεμβρίου. Οι συγκρούσεις γενικεύθηκαν μέχρι τον Δεκέμβριο του 1912 αλλά οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις.

Όταν απέτυχε η ελληνική απόβαση στους Αγίους Σαράντα, ο Σπυρομήλιος διατάχθηκε να εκκενώσει τη Χειμάρρα από τα ένοπλα τμήματά του και τον ελληνικό άμαχο πληθυσμό καθότι η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν μαζική επίθεση του εχθρού. Ο Σπυρομήλιος παράκουσε τη διαταγή και οργάνωσε την άμυνα της πόλης. Παρά τις έντονες και ορμητικές επιθέσεις των Αλβανών κράτησε το ελληνικό προγεφύρωμα μέχρι τις αρχές του 1913, όταν ο Ελληνικός Στρατός έφτασε στην περιοχή.

Ο Σπυρομήλιος στόχευε στην απελευθέρωση όλης της Βορείου Ηπείρου. Μαζί του συμπορευόταν και ο Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, διάδοχος Κωνσταντίνος. Ζήτησαν αμφότεροι από τον Βενιζέλο να καταλάβουν την Αυλώνα, αλλά η απάντηση του τότε πρωθυπουργού ήταν  αρνητική καθότι δεν ήθελε να προκαλέσει ρήξη με τους Ιταλούς, που πάντα ενδιαφέρονταν για την περιοχή.

Με την λήξη των Βαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα ήταν απολύτως κερδισμένη. Είχε απελευθερωθεί από τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο η Ήπειρος και η Μακεδονία. Η Βόρεια Ήπειρος επίσης, αλλά οι διεθνείς εξελίξεις και οι πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ανάγκασαν την Ελλάδα να αποσύρει τον Ελληνικό Στρατό. Ο Σπυρομήλιος, αν και βενιζελικός, αντέδρασε στέλνοντας τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στον Βενιζέλο εκφράζοντας την δυσαρέσκεια του ιδίου αλλά και ολόκληρης της ελληνορθόδοξης μειονότητας.

Δεν έμεινε όμως εκεί, αρνήθηκε να αποχωρήσει από την περιοχή και στις 9 Φεβρουαρίου 1914 ο Στρατηγός Παπούλας διέταξε την σύλληψή του. Την επομένη κήρυξε την αυτονομία της Βορείας Ηπείρου, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και τον Μητροπολίτη Βελάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα. Ως Γενικός Αρχηγός Χειμάρρας προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Β. Ηπείρου, με έδρα το Αργυρόκαστρο, στις 17 Φεβρουαρίου. Το 1915 εξελέγη βουλευτής Αργυροκάστρου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα.

Όταν την περίοδο 1916-17 ο Ιταλικός Στρατός κατέλαβε το σύνολο σχεδόν της Βορείας Ηπείρου, ο Σπυρομήλιος αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να διαφύγει στην Ελλάδα. Τον αγώνα για την αυτονομία ανέλαβε ο αδερφός του Νικόλαος.

Ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος κοιμήθηκε στις 19 Μαίου 1930 στην ελληνική πρωτεύουσα. Τελευταία επιθυμία του ήταν να ταφεί στην αγαπημένη του Χειμάρρα αλλά το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν έγινε αποδεκτό από την αλβανική.


Πηγές:

Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη 1904-1908, εκδόσεις Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα, Πελασγός, Αθήνα 2018.

Ελίνα Μαστέλλου Γιαννάκενα, Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908). Ο σκοπός και οι ήρωές του, Πελασγός, Αθήνα 2018.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο ΥΔΡΑΙΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΓΚΙΚΑΣ ΤΡΙΠΟΣ ΑΝΑΠΗΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΕΠΟΥΣ


Δεν τον γονάτισε ούτε η ιταλική οβίδα που έκοψε τα πόδια!
Η ασύλληπτη μορφή του ελληνικού ηρωισμού στο μέτωπο της Αλβανίας ενσαρκώνεται περίτρανα στο πρόσωπο του συνταγματάρχη Γκίκα Τρίπου.
Γεννημένος στις 2 Οκτωβρίου του 1917 στην Ύδρα, πολέμησε με το βαθμό του Συνταγματάρχη στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου το Χειμώνα του 1940.

Στις 27 Δεκεμβρίου του 1940, ενώ πολεμούσε στην Πρεμετή της Βορείου Ηπείρου, τραυματίστηκε από έκρηξη Ιταλικής οβίδος, με αποτέλεσμα να ακρωτηριαστούν και τα δύο του πόδια.
Και όμως, αυτός ο ήρωας, δεν γονάτισε ούτε τότε. Για την ακρίβεια, δεν γονάτισε ποτέ.

Αντίθετα, υπήρξε η εμβληματική μορφή που άνοιγε τις παρελάσεις της 28 Οκτωβρίου κάθε χρόνο. Τις ίδιες παρελάσεις που σήμερα κάποιοι επιχειρούν να καταργήσουν με πρόσχημα την πανδημία.

Αναλογιστείτε την τρομακτική δυσμορφία του νεοελληνικού κράτους: Τον ήρωα Γκίκα Τρίπο με τα ακρωτηριασμένα από την ιταλική οβίδα πόδια, να παρελαύνει αγέρωχος μέσα στις δεκαετίες, και το ανίκανο και επικίνδυνο κράτος, να βρίσκει αφορμές για να καταργήσει αυτή την ελάχιστη απόδοση τιμής στον ήρωα και τους δεκάδες χιλιάδες ήρωες που έχυσαν το αίμα τους για να μπορεί αυτό το κράτος σήμερα να υφίσταται.

Τιμή και συγκίνηση για τους ήρωες, θλίψη και απαξίωση για τους ανάξιους κληρονόμους των θυσιών τους.


Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΥΛΒΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ – ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ. Η «ΑΓΝΩΣΤΗ» ΔΕΞΙΑ ΗΡΩΪΔΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΤΟ ΠΑΡΑΣΗΜΟ ΣΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ ΕΠΕΙΔΗ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΟΥΣ ΚΑΡΑΟΛΗ-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΓΛΥΤΩΣΕ ΤΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ

Η ΣΥΛΒΙΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ – ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, ἡ «Πάτ» τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως, ἔφυγε χθές ἀπό τήν ζωή σέ ἡλικία 98 ἐτῶν. Τό ἄγγελμα τοῦ θανάτου τῆς σημαντικῆς αὐτῆς προσωπικότητος τῆς νεωτέρας ἱστορίας μας ὁδηγεῖ συνειρμικῶς στήν πικρή διαπίστωση, ὅτι ἡ ἐποχή τῶν ἡρωικῶν κατορθωμάτων παρέρχεται ἀνεπιστρεπτί. Ἡ Ἑλλάς ἦταν πράγματι παροῦσα σέ ὅλα σχεδόν τά μέτωπα τοῦ Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος. Ἀλλά οἱ πατριῶτες πού ἐπετέλεσαν τίς σημαντικώτερες πράξεις ἡρωισμοῦ καί αὐτοθυσίας, πού πράγματι ἔπληξαν καίρια τούς Γερμανούς –εἰδικῶς οἱ προερχόμενοι ἀπό τήν μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη, εἶναι στίς ἡμέρες μας οἱ πλέον ἄγνωστοι. Πολλές φορές καί ἀπό δική τους ἐπιλογή. Καθώς οἱ δεξιοί πατριῶτες ὅπως ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ Λέλα Καραγιάννη, ὁ Κώστας Περρίκος, ὁ Χριστόδουλος Τσιγάντες, ὁ Γκέρζυ Ἰβάνωφ, ἡ Μαρία Παπαδάκη, δέν διενοήθησαν ποτέ νά καπηλευθοῦν τούς ἐθνικούς ἀγῶνες ὅπως πράττει συνήθως ἡ Ἀριστερά. Γι’ αὐτό ἄλλως τε ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου ἐπέστρεψε τό παράσημο πού ἠθέλησαν νά τῆς ἀπονείμουν οἱ Ἄγγλοι, ἐπειδή ἔσωσε τήν ζωή Ἄγγλων στρατιωτῶν στήν Κατοχή. Γι’ αὐτό ἐδέχθη μόνο τόν Μεγαλόσταυρο τοῦ Τάγματος τῆς Τιμῆς πού τῆς ἀπένειμε ἡ πατρίς της, ἡ Ἑλληνική Δημοκρατία. Ἡ κρυφή δρᾶσις τῆς Σύλβιας Ἰωαννίδου ἀνεδείχθη πρό τεσσάρων ἐτῶν σέ ἐκδήλωση τῆς Παναθηναϊκῆς Ὀργανώσεως Γυναικῶν καί τοῦ Συνδέσμου 74 στήν αἴθουσα τοῦ Φιλολογικοῦ Συλλόγου «Παρνασσός», τήν ὁποία εἶχε συντονίσει ὁ Διευθυντής τῆς «Ἑστίας» Μανώλης Κοττάκης.

Μαθήτρια ἀκόμη, ἡ ἐκλιποῦσα ἐνετάχθη στήν «Δύναμη 133», τό δίκτυο τῶν Ἄγγλων πού φυγάδευε ἀνθρώπους ἀπό τά ἐδάφη πού κατεῖχαν οἱ Γερμανοί. Μέ ἕνα αὐτοκίνητο «Μόρρις» παραχωρημένο ἀπό τόν Πρωθυπουργό Ἰωάννη Ράλλη καί πλαστά χαρτιά ἰδιοκτησίας ἀπό μία ἀνύπαρκτη γερμανική ἑταιρεία, ἡ Πάτ ἔκρυβε καί διεκινοῦσε κυνηγημένους, μέχρις ὅτου ἡ ἴδια συνελήφθη γιά νά γλυτώσει ὁριακῶς τό ἐκτελεστικό ἀπόσπασμα.

Γιά τήν δράση της ἐτιμήθη μέ τό δεύτερο τῇ τάξει βρεταννικό παράσημο, τόν Σταυρό τοῦ Γεωργίου. Τό ἐπέστρεψε λίγα χρόνια ἀργότερα διαμαρτυρομένη γιά τούς ἀπαγχονισμούς Κυπρίων ἀγωνιστῶν ἀπό τούς Ἄγγλους. Ἡ ἴδια διηγήθη σχετικῶς πρός τό ἐπεισόδιο αὐτό: «Ὁ πρέσβυς ὁ Ἄγγλος ἔμεινε ἄναυδος καί μέ παίρνει τηλέφωνο. Ξέρεις, λέει, αὐτό ἦταν τῆς στιγμῆς. Ἐγώ τό κρατάω. Θά τό μετανιώσεις κάποτε. Ἔλα νά τό πάρεις. Τοῦ λέω ἐγώ εἶμαι Ἑλληνίδα. Ὅταν κάνω κάτι, τό κάνω. Ὅτι κρεμάσατε δύο παιδιά, Καραολῆ καί Δημητρίου, στό ἄνθος τῆς νιότης τους, αὐτό γιά μένα ἤτανε ἔγκλημα. Κι ἐγώ μέ ἐγκληματίες δέν κάνω δουλειά. Δέν εἶπε τίποτα βέβαια».

Ἀργότερα, στήν ἐκδήλωση πού ἔγινε πρός τιμήν της στήν Ἀθήνα μέ πρωτοβουλία τῆς Προέδρου τῆς Παναθηναϊκῆς Μαρίας Γιαννίρη, παρόντος τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ Κώστα Καραμανλῆ καί τοῦ πρέσβεως Παύλου Ἀποστολίδη, ἡ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Ἄννα Ψαρούδα-Μπενάκη τήν περιέγραψε ἁπλά καί περιεκτικά μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Εἶναι μία γυναίκα, μεταξύ πολλῶν πού παραμένουν ἀνώνυμες, πού δέν διαλάλησε ἤ διεκδίκησε δάφνες γιά τήν ἀντιστασιακή της δράση».

Γιά τήν δράση αὐτή θά ἀφήσουμε τήν ἴδια νά μιλήσει, δανειζόμενοι περικοπές ἀπό τήν ἐκπομπή «Μηχανή τοῦ Χρόνου» ὅπου πρό ἐτῶν εἶχε μιλήσει:

«Ἀγαποῦσα πολύ τόν τόπο μου καί ἤθελα πάντοτε νά προσφέρω. Ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοί ἐπιτάξανε τό Ἀρσάκειο καί τό ἔκαναν νοσοκομεῖο. Ἀνέβαινα καί κατέβαινα ἀπό τό σπίτι μέ τά πόδια. Ἤμουν στήν τελευταία τάξη, ἕκτη γυμνασίου. Εἶχα ἀποφασίσει νά πάω στό βουνό. Οἱ γονεῖς μου δέν τό εὐχαριστήθηκαν καί πολύ. Μιά μέρα ἦρθε ἀπό τήν Αἴγυπτο κάποιος νά μᾶς φέρει νέα τῆς ἀδελφῆς μου –πού στό μεταξύ εἶχε φύγει– καί τοῦ εἶπα: Θέλω νά βγῶ στό βουνό. Μοῦ λέει: Δέν εἶναι γιά σένα τό βουνό, ἔλα μαζί μας. Ἔτσι μπῆκα στήν Force 133, πού ἦταν μιά ὑπηρεσία τῶν Ἄγγλων γιά νά φυγαδεύει κόσμο ἀπό τά ἐδάφη πού εἶχαν καταλάβει οἱ Γερμανοί. Ἔτσι ἄρχισε ἡ δράση μου».

Καί συνεχίζει: «Δουλειά μου ἦταν νά κρύβω Ἐγγλέζους ἀξιωματικούς ἤ στρατιῶτες, ἀλλά καί Ἕλληνες μέχρι νά μπορέσει ἡ ὀργάνωση νά τούς φυγαδεύσει στήν Αἴγυπτο. Εἴχαμε νοικιάσει διάφορα διαμερίσματα στό κέντρο τῆς Ἀθήνας μέ ψεύτικα ὀνόματα. Μοῦ ἔδωσαν τό κωδικό ὄνομα Πάτ. Ἤμουν ἡ Πάτ, ἄν καί ποτέ δέν τό παραδέχτηκα ὅταν μέ συνέλαβαν τελικά. Ὁδηγοῦσα ἕνα “μορισάκι” πού μᾶς εἶχε παραχωρήσει ὁ τότε Πρωθυπουργός Ράλλης. Μᾶς εἶχε δώσει γερμανικά ἔγγραφα, ὅτι τάχα ἀνήκει σέ κάποια γερμανική ἑταιρεία κι ἔτσι κυκλοφορούσαμε καί περνάγαμε τούς ἐλέγχους. Ἐκτός ἀπό τά διαμερίσματα πού κρύβαμε ὅσους ἦταν κυνηγημένοι, εἴχαμε καί μία, δύο σπηλιές κάπου στά Κιούρκα πού ἔφταναν καί κρύβονταν κάποιοι πρίν ἔρθουν στήν Ἀθήνα καί ἕνα διαμέρισμα στά Πετράλωνα πού ἦταν κάτι σάν πυριτιδαποθήκη. Μάλιστα εἴχαμε γιά φύλακα τόν Καρπόζηλο πού κάπνιζε πολύ καί ὅλο τοῦ ἔλεγα: Πρόσεχε γιατί θά γίνει κανά μπάμ καί θά γίνουν ἄνω-κάτω τά Πετράλωνα. Μάλιστα μέ τό αὐτοκίνητο πολλές φορές χρειάστηκε νά μεταφέρω ἐκρηκτικά πού προορίζονταν γιά κάποια ἐπιχείρηση. Ὁ φόβος καί οἱ προδότες τῆς “διπλανῆς πόρτας” –νά πῶ ὅτι δέ φοβόμουν, θά ἤμουν ἀνόητη. Βεβαίως καί φοβόμουν. Πιό πολύ φοβόμουν τούς δικούς μας ἀνθρώπους. Οἱ προδότες κυκλοφοροῦσαν παντοῦ. Εἶχα μιά συμμαθήτρια, ἡ μάνα της ἦταν Ρωσσίδα καί μένανε στό Ψυχικό. Τό σχολεῖο μας ἦταν πίσω ἀπό τό σπίτι τους καί κάθε πρωί πήγαινα, ἔπαιρνα τή φίλη μου καί πηγαίναμε στό μάθημα. Μιά μέρα μοῦ λέει: Μπές μέσα νά φᾶμε κάτι. Ἐκείνη τήν ἐποχή τό νά φᾶς κάτι δέν ἦταν αὐτονόητο. Μπῆκα, εἶχε κάνει μπισκότα. Φάγαμε τά μπισκότα, ἤπιαμε ζεστό τσάι καί φύγαμε γιά τό σχολεῖο. Πολλοί μοῦ λέγανε: Πρόσεχέ την, εἶναι ἄνθρωπος τῶν Γερμανῶν. Δέν μποροῦσα ὅμως νά τό πιστέψω. Ὅταν μέ πιάσανε οἱ Γερμανοί καί μέ πήγανε στή Γκεχέραλντ Φέλτ Πολιτσάι καί ἀνεβήκαμε τίς σκάλες γιά νά πάω στό τρίτο πάτωμα, ἦταν ἀνοιχτή ἡ πόρτα ἑνός γραφείου καί τήν βλέπω, τήν μάνα τῆς φίλης μου, καθισμένη ἐκεῖ μέ ἕνα τσιγάρο νά καπνίζει. Καί λέω νά ’τα. Αὐτή ἤτανε καί εἴχανε δίκιο οἱ ἄνθρωποι πού μοῦ τό λέγανε».

Στήν φυλακή παρέμεινε ἔχουσα παρά λίγο γλυτώσει τήν ἐκτέλεση πρός τήν ὁποία ἐβάδισε μαζί μέ τήν Λέλα Καραγιάννη. Αὐτή ἦταν ἡ Σύλβια Ἰωαννίδου, ἡ ὁποία μετά τήν ἀπελευθέρωση ἔφυγε κυνηγημένη ἀπό τόν ΕΛΑΣ καί παρέμεινε δέκα μῆνες στό Κάιρο.

Ἐνεργός στήν πολιτική ζωή τῆς χώρας παρέμεινε μέχρι τό τέλος. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν τοῦ κόμματος τῆς Νέας Δημοκρατίας.

Κεντρικό ἄρθρο ἐφημερίδος “ΕΣΤΙΑ”, Τρ. 21 Σεπτεμβρίου 2021, φ. 42.066, σελ. 1, 3 (ἀναδημ. στήν ἡλεκτρονική ἔκδοση 22/9/2021).

 

https://www.antibaro.gr/article/31173 


Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο 20ΧΡΟΝΟΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΑΡΜΕΝ ΚΟΥΠΤΣΙΟΣ (14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1905)

Κορυφαίος Μακεδονομάχος για την περιοχή της Δράμας αναδείχθηκε ο Άρμεν Κούπτσιοςπου γεννήθηκε στον Βώλακα το 1885. Λόγω έλλειψης στοιχείων στα δημοτολόγια, υπάρχει σύγχυση σχετικά με τα ακριβή στοιχεία των γονιών του. Το πιθανότερο είναι ο πατέρας του να λεγόταν Άρμεν Άρμεν Κούπτσιος και η μητέρα του Ελένη (αγνώστου γένους). Είχε αδελφό τον Προκόπη Άρμεν Κούπτσιο που γεννήθηκε στον Βώλακα το 1880.

Ο Άρμεν Κούπτσιος ήταν μεταξύ αυτών που εντάχθηκαν στην ένοπλη ομάδα του Βώλακα κατά της δράσης των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, υπό την καθοδήγηση του Δημητρίου Βογιατζή, δάσκαλο από την Προσοτσάνη, που τον τοποθέτησε εκεί ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος.

Η συμβολή του Άρμεν στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας ήταν σύντομη μεν αλλά καθοριστική. Το Σεπτέμβριο του 1905 ο Χρήστος Βογιατζής (αδελφός του Δημητρίου) παρουσίασε τον Άρμεν Κούπτσιο μαζί με τον Νικόλαο Μαυρουδή στον Στρατή Σπληναρίδη (πρόκειται για τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Νταή, που βρισκόταν καλυμμένος πίσω από την ιδιότητα του διευθυντή του σχολείου Προσοτσάνης για να οργανώσει τον ένοπλο αγώνα), για να τους εντάξει στο Κέντρο Δράσεως Προσοτσάνης. Δεν ήξερε καλά τα ελληνικά και ίσως γι’ αυτό στην αρχή δεν έγινε δεκτός από τον Κωνσταντίνο Νταή, παρά μόνο μετά από παρέμβαση του Χρήστου Βογιατζή. Ήταν ευκίνητος, ρωμαλέος, ταχύς, θαρραλέος, ατίθασος αλλά και καλοσυνάτος, με βαθιά πίστη στην Ορθοδοξία και στην πατρίδα. Ανέπτυξε σημαντική δράση και κατάφερε σε πολύ νεαρή ηλικία να γίνει το φόβητρο του Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην περιοχή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος τον θεωρούσε πρωτοπαλίκαρό του. Όλες τις επικίνδυνες αποστολές τις ανέθετε σ’ αυτόν και στην ομάδα του.

Στις 2 Ιουλίου 1907 ο Άρμεν Κούτσιος μαζί με τους Χρήστο Βογιατζή από την Προσοτσάνη και Πέτρο Μάντζιο από το Παλαιοχώρι Καβάλας, διατάχθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να σταματήσουν τη δράση του Κομιτατζή Πλάτσεφ. Αυτοί, του έστησαν καρτέρι κοντά στο σημερινό χωριό Μυλοπόταμο Δράμας και τον σκότωσαν. Οι πυροβολισμοί όμως έγιναν αντιληπτοί από Τούρκο αγροφύλακα, ο οποίος συνέλαβε με ύπουλο τρόπο τον Άρμεν Κούπτσιο και τον παρέδωσε στις τουρκικές Αρχές στη Δράμα. Οι υπόλοιποι κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης και καταδικάστηκε σε θάνατο από το ειδικό Στρατοδικείο.

Στο μεταξύ το βουλγαρικό Κομιτάτο συγκέντρωσε υπογραφές από 33 χωριά της ευρύτερης περιοχής και διαβεβαίωνε τους Τούρκους πως μόνο δια της θανατικής ποινής του Άρμεν θα σταματήσουν οι ταραχές. Οι προσπάθειες του Ελληνικού Κέντρου Δράσης για να αποφυλακιστεί ή να μετατραπεί η θανατική ποινή του σε ισόβια, δεν απέδωσαν. Στη συνέχεια, ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές της Δράμας. Τότε αποφασίστηκε από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να στηθεί ενέδρα και να τον αρπάξουν από τα χέρια των Τούρκων όταν θα τον πήγαιναν στον τόπο εκτέλεσης. Δυστυχώς το σχέδιο προδόθηκε και άλλαξε η διαδρομή την τελευταία στιγμή. Έτσι, τη 14η Σεπτεμβρίου 1907 απαγχονίστηκε στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Ούτε εκείνη τη στιγμή ο Άρμεν δεν δάκρυσε, δεν λύγισε απέναντι στους δήμιούς του. Το σώμα του παραδόθηκε για ταφή στους Αθίγγανους, μετά από τρεις ημέρες που κρεμόταν για παραδειγματισμό. Έτσι, πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων Μακεδονομάχων αγωνιστών.

Προς τιμή του έχουν γραφτεί ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Η προτομή του Άρμεν Κούπτσιου κοσμεί την πλατεία του Βώλακα (από το 1956) και την πλατεία της Δράμας (από το 1967), στο σημείο που απαγχονίστηκε.

Ο πατέρας του Άρμεν με πόνο ψυχής έμαθε τα άσχημα μαντάτα, βρήκε παρηγοριά στο Μητροπολίτη Χρυσόστομο. Και εκεί ο ηρωικός αυτός πατέρας βρήκε τη δύναμη να δώσει συλλυπητήρια στο Δεσπότη λέγοντας του :

«δεν κλαίω που έχασα το παιδί μου, κλαίω που εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρό σου».

Τιμώντας τον Άρμεν Κούπσιο τιμούμε ταυτόχρονα και όλους τους κατοίκους του Βώλακα που τόσο στον Μακεδονικό Αγώνα αλλά και μέχρι τους πρόσφατους αγώνες του Έθνους, ο καθένας τους αγωνίσθηκε με τον τρόπο του και πάρα πολλοί μέχρι αυτοθυσίας για την Ελλάδα.

Οφείλουμε, όμως, να αποτίσουμε φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους αφανείς ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την Ελλάδα. Όλους εκείνους τους αγράμματους χωρικούς που στήριξαν το Μακεδονικό Αγώνα και τροφοδότησαν τα ανταρτικά μας σώματα με πληροφορίες και τρόφιμα, όλους εκείνους τους Μακεδόνες που άνοιξαν τη πόρτα του σπιτιού τους στους αγωνιστές αυτούς μέσα στα χιόνια και με την αγάπη τους τους ζέσταναν μοιράζοντας μαζί τους τη φτωχική τους στέγη και το ψωμί τους.

 

 ΚΕ.Π.Α.Α.Μ.

ΑΝΤΕΧΟΥΜ