Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 21. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 21. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ ΤΟΥ 21 ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ-ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΘΩΝΗΣ, ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΚΛΗΡΙΚΟΣ


Μεταξύ των ρασοφόρων αγωνιστών που ξεπλήρωσαν πιστά το χρέος τους  προς την πατρίδα και συνετέλεσαν τα μέγιστα στα χρόνια της σκλαβιάς  για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού, ήταν και ο προτελευταίος επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος Παπαθεοδώρου.

Ο επιφανής ιεράρχης γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1770 στην Αλβενα (σήμερα Μίνθη).

Την ίδια χρονιά στο κοντινό χωριό της Τριφυλίας Βασιλικό στη θέση Ραμοβούνι γεννήθηκε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Πατέρας του Δεσπότη ήταν ο παπα-Θεόδωρος Οικονόμου (παπάς του χωριού) με καταγωγή από τη Ζούρτσα (σήμερα Ν.Φιγαλεία) και μητέρα του η Αναστασία Σακελλαρίου.

Ο Γρηγόριος νέος μπήκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας και στην πλούσια βιβλιοθήκη του μοναστηριού της Βυτίνας συμπλήρωσε τις σπουδές του.

Στις 16 Μαϊου του 1800 χειροτονήθηκε ιερέας και στις 9 Απριλίου  1806 έγινε Πρωτοσύγκελος στη Μητρόπολη Χριστιανουπόλεως (τη σημερινή Τριφυλίας και Ολυμπίας).

Στις 12 Αυγούστου 1816 ορίστηκε επίσκοπος Μεθώνης με Πατριαρχικό διάταγμα από τον Πατριάρχη Γρηγόριο του Ε’.

Από το στόμα του Καρυτινού γιατρού Αντώνη Πελοπίδα έμαθε τον Οργανισμό της Φιλικής Εταιρείας και αφοσιώθηκε στο επαναστατικό της πρόγραμμα.

Εγινε φιλικός και από τότε στα στήθια του φώλιασαν φλογερά αισθήματα. Κατηχεί συγγενείς και πατριώτες και τους προετοιμάζει για το εγερτήριο του έθνους.

Η είσοδός του στη Φιλική Εταιρεία χαροποίησε τον Υψηλάντη όπως προκύπτει από την απαντητική επιστολή του προς τον επίσκοπο Γρηγόριο.

Μέχρι την έναρξη της εθνεγερσίας ο Γρηγόριος εργάζεται αδιάκοπα και μεταβάλλει τη μητρόπολή του σε «πολεμικό εργοστάσιο».

Σε λίγο χρονικό διάστημα μύησε στη Φιλική Εταιρεία τους Σπετσιώτες πλοιάρχους Νικόλαο Μπόταση και Χατζή Νικόλα Γκίνη, τον προεστό των Σπετσών Παναγιώτη Μπόταση, τους Κορωναίους εμπόρους Ηλία Σακόπουλο και Γεώργιο Αθουργίτη, τα αδέλφια του και το διάκο του Αμβρόσιο.

Όταν δόθηκε το σύνθημα της επαναστάσεως ο Γρηγόριος παράτησε την ποιμαντορική ράβδο, ζώστηκε τ ’άρματα και στις 29 Μάρτη (και κατ’ άλλους ιστορικούς στις 25 Μάρτη) ύψωσε στη Μεθώνη τη σημαία της Επαναστάσεως.

Κατά τον Φωτάκο πρωτοστάτησε στον σηκωμό της περιοχής του και στις πολιορκίες της Μεθώνης και του Νιόκαστρου, βοηθούμενος παρά των αδελφών του και λοιπών συγγενών του. Εδρασε όπως πρόσταζαν οι ώρες.

Μετά τα επαναστατικά γεγονότα που σημειώθηκαν στη Μεσσηνία, οι Τούρκοι της Τριφυλίας έντρομοι κλείστηκαν στα φρούρια της Μεθώνης και του Νιόκαστρου.

Στο Νιόκαστρο κλείστηκαν εκτός από τους ντόπιους και οι Τούρκοι της Κυπαρισσίας, που είχαν αναχωρήσει από την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) με τα γυναικόπαιδά τους τη νύκτα της 25ης προς 26η Μαρτίου 1821.

Ο πολιορκητικός κλοιός από ξηράς έγινε ισχυρότερος γιατί κατέφθασαν δυνάμεις από Μεσσήνιους, Λάκωνες και Ζακυνθηνούς.

Στις 18 Μαϊου 1821 έφθασαν προ του Νιόκαστρου τα Σπετσιώτικα καράβια. Ο Γενικός αρχηγός Γρηγόριος Παπαθεοδώρου, επίσκοπος Μεθώνης φρόντισε αμέσως να εξασφαλίσει τροφές και εφόδια.

Στα τέλη Ιουνίου η κατάσταση των πολιορκημένων στο Νιόκαστρο ήταν αφόρητη. Ο αποκλεισμός τους απ’ όλες τις μεριές έφερε τα αποτελέσματά του.

Οι προσπάθειες τουρκικού πλοίου στα μέσα Ιουλίου για να εφοδιάσει το Νιόκαστρο με τρόφιμα απέτυχαν γιατί εμποδίστηκε από τα Σπετσιώτικα καράβια.

Μετά τις άκαρπες προσπάθειες επισιτισμού η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε τραγική και αναγκάστηκαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για την παράδοσή τους.

Στις 7 Αυγούστου 1821 ως Γενικός αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων Μουσταφά Αγά Μπάσογλου παράδωσε στο Γρηγόριο τα κλειδιά του κάστρου αφού προηγουμένως υπογράφτηκε συμφωνητικό παράδοσης.

Το συμφωνητικό υπόγραψαν οι οπλαρχηγοί της περιοχής με πρώτον τον Μεθώνης Γρηγόριο.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΡΑΣΗ

Ο Γρηγόριος πρόσφερε υπηρεσίες και στα πολιτικά πράγματα. Το 1823 μαζί με τους επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και Βρεσθένης Θεοδώρητο καθώς και με το Σακελλάριο Ιωάννη Αναστασίου υπέγραψε τρίτος κατά σειρά το ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ δηλαδή το Νόμο της Επιδαύρου.

Με αυτό το νόμο θα κυβερνιόταν ο τόπος. Η σημασία του τεράστια γιατί θα δημιουργούσε τις βάσεις για ενιαία διοίκηση και θα περιόριζε τις αντιθέσεις και τις φιλοδοξίες προσώπων και περιοχών.

Στις 23 Μαϊου 1823 εκλέχτηκε μέλος του εκτελεστικού μαζί με τον Βρεσθένης Θεοδώρητο, τον Πανούτσο Νοταρά, τον Αναστάσιο Λόντο και άλλους.

Στις 22 Νοεμβρίου του ιδίου έτους ο Πανούτσος Νοταράς προφασιζόμενος ασθένεια παραιτήθηκε και χρέη προέδρου ανατέθηκαν στο Δεσπότη Μεθώνης Γρηγόριο Παπαθεοδώρου.

Χρημάτισε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους και το 1824 ήταν Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

ΔΙΑΜΑΧΕΣ

Από το 1823 είχε επέλθει διάσταση ανάμεσα στο Βουλευτικό και το Εκτελεστικό. Η πολιτική κρίση συνεχίστηκε και στα μέσα Ιανουαρίου 1824. Τότε μέρος του Βουλευτικού προσκείμενο στον Κολοκοτρώνη  μαζί του δε και ο Γρηγόριος μετακινείται από το Ναύπλιο στην Τρίπολη και εκεί συγκροτείται η Βουλή όπου και ψηφίζεται αντιπρόεδρος ο επίσκοπος Γρηγόριος και γραμματέας ο Χίος Αντώνης Βλαβιανός.

Προσκλήθηκε και ο Υψηλάντης για την προεδρία αλλά δε δέχτηκε να λάβει μέρος.

Προ αυτής της κατάστασης ουσιαστικός πρόεδρος είναι πλέον ο Γρηγόριος ο οποίος ανήσυχος και περίλυπος για τις διαμάχες απευθύνει στις 24 Φεβρουαρίου 1824 μακροσκελή εγκύκλιο στην οποία δεν μπορεί να μη θαυμάσει κανείς το ύφος, τη γνώση και τις σύνθετες ικανότητες του Γρηγορίου Παπαθεοδώρου[6].

Το Μάρτη του 1825 ο Ιμπραήμ εισβάλλει στη Μεσσηνία. Ο Μεθώνης Γρηγόριος κινήθηκε και έδρασε κεραυνοβόλα.

Άφησε την Τριπολιτσά που βρισκόταν και φθάνει στην Κυπαρισσία παρασέρνοντας μαζί του και τους Αρκαδινούς του κάμπου.

Στις 25 Μάρτη 1825 πιάνει  το φρούρια Παλιοναβαρίνο. Διορθώνει το φρούριο, αποθηκεύει τρόφιμα, γεμίζει, τις στέρνες με νερό και ετοιμάζεται. Οι Ελληνες είναι διχασμένοι.

Ο Ιμπραήμ εκμεταλλευόμενος τη διχόνοια των Ελλήνων και έχοντας ως συμβούλους ξένους αξιωματικούς βάδισε με προδιαγεγραμμένο σχέδιο.

Έριξε το βάρος πρώτα στο Παλιόκαστρο και τελευταίο άφησε το Νιόκαστρο. Η θέση των πολιορκημένων δεινή. Βοήθεια απέξω καμμιά. Νερό, τρόφιμα και πολεμοφόδια εξαντλήθηκαν.

Στις 29 Απριλίου 1825 ο Ιμπραήμ έσφιξε την τανάλια της πολιορκίας.

Η ηρωική άμυνα των πολιορκημένων, είχε τον ηρωικό επίλογο, την έξοδο. Ο Γρηγόριος μαζί με τους οπλαρχηγούς αποφάσισαν να εξέλθουν τη νύχτα.

Λίγοι σώζονται, πολλοί πληγώνονται και άλλοι με το θάνατό τους κερδίζουν την αθανασία.

Κατά την έξοδο ανάμεσα σε πολλούς άλλους συνελήφθη και ο Μεθώνης Γρηγόριος.

 

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ

Ο Γρηγόριος κατά διαταγή του Ιμπραήμ απομονώθηκε σε σκοτεινό και ανήλιο μπουντρούμι. Μαζί με αυτόν κλείστηκαν ο αδελφός του ο Παπαντώνης, ο γαμπρός του Αναστάσιος Κατσαρός, ο διάκος του Αμβρόσιος και αρκετοί άλλοι.

Το μαρτύριο κράτησε ένα εξάμηνο. Στο διάστημα αυτό ο Ιμπραήμ επεδίωκε το προσκύνημα των φυλακισμένων, για αυτό έστελνε τακτικά τους δεσμοφύλακες να ρωτήσουν το δεσπότη μήπως μετάνιωσε και ήθελε να προσκυνήσει τον Τουρκοαιγύπτιο πασά.

Εκείνος αγέρωχος και οπλισμένος με τη δύναμη της πίστης και της προσευχής βροντοφώναξε:

«πως ο Δεσπότης της Μεθώνης δύο πράγματα στον  κόσμο προσκυνάει.

τον παντοδύναμο θεό και τη μητέρα του πατρίδα και κανέναν άλλο».

Το μαρτύριο κράτησε ένα εξάμηνο και στις 22 Οκτωβρίου 1825 ήλθε το τέλος.

Το κορμί του Γρηγορίου οι αραπάδες το πέταξαν στη θάλασσα, το κύμα το παρέσυρε και σφηνώθηκε στο στόμιο ενός θαλάσσιου σπηλαίου.

Εκεί το βρήκε αργότερα ο Κεφαλλονίτης πλοίαρχος Διονύσιος Φωκάς ο οποίος το πήρε και το πήγε στην Οδησσό όπου το έθαψε με τιμές.

Ο Αλβεναίος ιεράρχης δεν ευτύχησε να δει την πατρίδα του ελεύθερη.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ -ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΤΙΜΕΣ

Αυτός ήταν ο προτελευταίος επίσκοπος Μεθώνης. Αγνός στην ιερατική του ζωή, δίκαιος στην πολιτική του, αλύγιστος και αδιάφθορος.

Για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα αναγνωρίστηκε αξιωματικός Α’ Τάξεως με Α.Μ.52.

Αλλά ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Παπαθεοδώρου, που πότισε το δέντρο της λευτεριάς με το αίμα του δεν ήταν δυνατόν να ξεχαστεί και από την Εκκλησία.

Μετά από 135 χρόνια από το θάνατό του δηλαδή το 1960 ο μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος φρόντισε και στήθηκε η προτομή του στον τόπο του μαρτυρίου του, στη Μεθώνη.

Επίσης αργότερα καθιερώθηκε να γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου Μεθώνης, εθνοιερομάρτυρα την 22 Οκτωβρίου κάθε χρόνου.



Το 1981 -κάπως αργά- ο Σύλλογος της γενέτειράς του, τίμησε το Γρηγόριο και τ’ αδέλφια του και τους άλλους πατριώτες χαράσσοντας τα ονόματά τους στη μαρμάρινη πλάκα του ηρώου που έστησε προς τιμή τους στη γενέτειρά τους Μίνθη.


http://agpanag.blogspot.com/

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΜΙΧΟΣ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΑΣ ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΖΥΓΟΥ - Η ΣΥΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ


Ένα ηρωικό δημοτικό τραγούδι, πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα, που τοποθετείται και αυτό στην Ελληνική Επανάσταση.

Η Σαμαρίνα είναι ένα κεφαλοχώρι του Νομού Γρεβενών, ένα από τα υψηλότερα (1.450 υψόμετρο) και γνωστότερα Βλαχοχώρια της Ελλάδας.

Το 1826, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, οι Σαμαριναίοι μετέχουν στην αθάνατη φρουρά των Μακεδόνων η οποία πολεμούσε με ανδρεία. Η ομάδα των Σαμαριναίων αποτελείτο από 120 μαχητές, με αρχηγό τον Μίχο Φλώρο, και βρέθηκαν να μάχονται με ηρωισμό στην «Ντάπια», στο πλευρό του στρατηγού Μάκρη.
Μερικά από τα ονόματα των μαχητών, που διέσωσε η παράδοση, ήταν των Μάκρη, Μανάκα, Αβραμούλη, Συράκου, Μ. Μπούσια, Γκιολδάρη, Τζίμου. Κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου η Μακεδονική φρουρά ήταν εμπροσθοφυλακή των πολιορκημένων, με συνέπεια να έχει τις μεγαλύτερες απώλειες από τα πυρά των Οθωμανών.

Διεσώθησαν μόνο 33 Σαμαριναίοι, ενώ οι υπόλοιποι, Φλώρος, Μακρής, Αβραμούλης κ.ά., έπεσαν ηρωικά στο Μεσολόγγι.
Όπως θρυλείται, ο καπετάνιος Μίχος Φλώρος, βαριά τραυματισμένος, έδωσε στα παλικάρια που σώθηκαν ως τελευταία του επιθυμία τα λόγια του τραγουδιού «Παιδιά της Σαμαρίνας»:

«Κι εσείς παιδιά μωρέ κλεφτόπουλα.
Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα.
Αν πάτε, πά – μωρ’ πάνω στα βουνά,
ψηλά στη Σαμαρίνα μωρέ παιδιά καημένα.
Τουφέκια να μωρέ να μη ρίξετε.
Τραγούδια να μην πείτε μωρέ παιδιά καημένα.
Κι αν σας ρωτήσει μωρέ η μάνα μου,
η δόλια η αδερφή μωρέ παιδιά καημένα.
Μην πείτε, πεί – μωρέ πως εχάθηκα.
Πως είμαι σκοτωμένος μωρέ παιδιά καημένα
Μα πείτε πως παντρεύτηκα πήρα καλή γυναίκα…».


NEWS PEPPER
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ, Ο ΑΞΙΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου.

Ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος (1787 – 1843) ήταν ο κληρικός, ο οποίος ανέλαβε στα χρόνια της Επανάστασης υψηλότατα στρατιωτικά και πολιτικά καθήκοντα. Παράλληλα ανεδείχθη πρότυπο Αρχιερέως. Δέχθηκε να υποστεί βαριά εκκλησιαστική ποινή, παρά να παραβεί τους Κανόνες της Εκκλησίας. Όντως αναδείχθηκε αγωνιστής άξιος της Πατρίδος και της Εκκλησίας.

          Γεννήθηκε στη Νεμνίστα, σήμερα Μεθύδριο, δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Βυτίνας. Τα γράμματα τα έμαθε από δασκάλους κληρικούς και από μόνος του. Ιδιοφυής, έμαθε άριστα να γράφει, να ομιλεί και, αργότερα, να κηρύττει. Εκ των υστέρων απεδείχθη ότι ήταν και άριστος θεολόγος. Το 1813 εξελέγη Επίσκοπος Βρεσθένης και αφιερώθηκε στην ιεραποστολή και στη διάδοση των γραμμάτων. Λιτός στη ζωή έδιδε πρώτος το βαλάντιο του ως παράδειγμα και προτροπή να ενισχυθεί το έργο του. (Βλ. σχ. Αν. Γούδα «Βίοι παραλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1869, Τόμος Α΄, σελ. 138). Το 1818 κατέστη μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Από τότε άρχισε την εντονότερη  πατριωτική του δράση και τη συνεργασία του με τους άλλους αγωνιστές προς προετοιμασία της Εθνεγερσίας.

          Με το ξέσπασμα της Επανάστασης πληροφορήθηκε την κρισιμότητα της μάχης στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821), εγκατέλειψε προσωρινά την ποιμαντορική του ράβδο, περιζώθηκε τη ρομφαία και κατέβηκε από τον Ταΰγετο σε βοήθεια των αγωνιζομένων Ελλήνων. Γράφει ο Αμβρόσιος Φραντζής: «Περί το λυκαυγές της πρωΐας της 13ης Μαΐου, οι Αγιοπετρίται και οι Τσάκωνες, περίπου 800, τους οποίους διηύθυνε ο Επίσκοπος Βρεσθένης, έσπευσαν εις βοήθειαν των αγωνιζομένων αδελφών των». («Επιτομή Ιστορίας Αναγεννηθείσης Ελλάδος», Τόμ. Β΄ σελ. 23).

Ο Αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Άντον Πρόκες φον Όστεν αποδίδει μείζονα σημασία στη σύμπραξη του Βρεσθένης για την ευτυχή έκβαση της μάχης του Βαλτετσίου, όπως και των μαχών στα Βέρβαινα και στα Δολιανά. (Βλ.σχ. «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους εν έτει 1821 και της ιδρύσεως του Ελληνικού Βασιλείου/Διπλωματικώς εξεταζομένη». Συγγραφείσα μεν υπό Αντ. Πρόκες – Όστεν, μεταφρ. δε εκ του Γερμανικού πρωτοτύπου υπό Γ. Εμμ. Αντωνιάδου. Αθήνησι, εκ του Τυπογραφείου της Αθηνάς, 1868-69, Τόμ. Α΄ σελ. σβ΄).

          Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς ο Θεοδώρητος εγκατέλειψε τα στρατόπεδα και μεταξύ των πρώτων έσπευσε να προωθήσει Σύνταγμα, Νόμους και Κυβέρνηση. Έτσι συνέπραξε στη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία, στις 26 Μαΐου 1821, εξέδωσε την πρώτη πράξη, με την οποία ανακοινώθηκε η εκλογή των μελών της. Σε αυτήν πρόεδρος εξελέγη ο Βρεσθένης. Εξελέγη επίσης αντιπρόσωπος της Σπάρτης στις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου και του Άστρους.

          Το 1822 υπέστη μια επτάμηνη σκληρή δοκιμασία στο Ναύπλιο. Θέτοντας το συμφέρον της Πατρίδας πάνω από τον εαυτό του αποδέχθηκε τον κίνδυνο να εισέλθει στο τουρκοκρατούμενο Παλαμήδι για να διαπραγματευθεί την παράδοση του. Οι Τούρκοι τον κράτησαν όμηρο, τον βασάνισαν ανελέητα και απειλούσαν συνεχώς τη ζωή του. Ημιθανής εξήλθε της αιχμαλωσίας, αλλά βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει την προσφορά του. Ονομάσθηκε για δύο περιόδους αντιπρόεδρος της Βουλής, ουσιαστικά προήδρευε, και από τη θέση του προσπάθησε να σταματήσει την εθνοκτόνα διχόνοια. Φυλακίστηκε πάλι (αυτή τη φορά από τους Έλληνες) στο Παλαμήδι. Πικραμένος αποσύρθηκε στο αγαπημένο του Λεωνίδιο της Τσακωνιάς (Βλ. σχ. Φ. Κουκουλέ «Ιστορία της Βαμβακούς, εν Αθήναις, 1907, σελ. 82-83).

          Στις 10 Αυγούστου 1827 ο Βρεσθένης κατευθυνόμενος προς το Λεωνίδιο  από τους Μύλους απηύθυνε επιστολή στον Γ. Κουντουριώτη, στην Ύδρα. Με υστάτη έκκλησή του τον παρακάλεσε να σταματήσει η διχόνοια «ήδη της πατρίδος κινδυνευούσης»… Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδος ο Θεοδώρητος αποσύρθηκε από τα κοινά και αφοσιώθηκε στα ποιμαντικά του καθήκοντα.

          Ως Επίσκοπος ο Βρεσθένης Θεοδώρητος διακρίθηκε για την παρρησία του και δια την έως διωγμού του τήρηση των Ιερών Κανόνων. Αντιτάχθηκε στην κρατικοποίηση των Μητροπόλεων και των Επισκοπών, που προώθησε η Αντιβασιλεία. Όταν αυτή χώρισε την Επικράτεια σε δέκα Νομούς και ισάριθμες Επισκοπές αντέδρασε, διακηρύσσοντας ότι δεν μπορεί ο Επίσκοπος να καταστεί κρατικός υπάλληλος και να ταυτισθεί  με τον  Νομάρχη. Λόγω της θαρραλέας στάσης του έναντι της εξουσίας έπεσε στη δυσμένεια της. Για «τιμωρία» τον απομάκρυναν από την Επισκοπή Βρεσθένης, στην οποία υπηρετούσε ήδη, το 1842, είκοσι οκτώ χρόνια, και, χωρίς να το θέλει  και να το ζητήσει τον «προήγαγαν» στην επισκοπή Αχαΐας…

Πικραμένος παρουσιάστηκε στη Σύνοδο και εξήγησε τους Κανονικούς, Εκκλησιαστικούς και προσωπικούς λόγους που δεν θέλησε τον «προβιβασμό». Οι Συνοδικοί τον παρέπεμψαν στην Κυβέρνηση, που εξέδωσε το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα…Ο Θεοδώρητος απηύθυνε τότε επιστολή στον Όθωνα και του εξήγησε τους λόγους που αρνήθηκε τη μετάθεσή του. Εν τω μεταξύ η Σύνοδος άλλαξε το όνομα της Επισκοπής Βρεσθένης σε Σελλασίας… Ο Όθωνας προώθησε την επιστολή του Θεοδώρητου στη Σύνοδο, για να επιληφθεί. Εκείνη επικαλέστηκε το Βασιλικό Καταστατικό Διάταγμα του 1833 για την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και ενημέρωσε τον Βασιλέα ότι λόγω της αρνήσεώς του τον εξεδίωξε από την Επισκοπή του και τον κατέστησε «πρώην Σελλασίας». (Κων. Οικονόμου «Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά Συγγράμματα», Β΄ Τόμος, Αθήναι, 1862, σελ. 486).

Η κυβέρνηση «ίνα μη αποθάνη πράγματι εκ της πείνης»  χορήγησε στον Θεοδώρητο σύνταξη 200 δρχ., αργότερα την έκαμε 300 δρχ… Λόγω της ανέχειας του έμενε σε οίκημα «καλύβης μικρόν διαφέρον, πενιχρά έπιπλα και τράπεζα λιτή» (Κων. Οικονόμου Λόγος Επιτάφιος εις τον Αοίδιμον Σελλασίας Θεοδώρητον, Αθήνησι 1843, σελ. 25).

Στις 26 Απριλίου 1843, στα  53 του χρόνια, ο Θεοδώρητος «ανεπαύθη εν Κυρίω, πλήρης γαλήνης της συνειδήσεως, διότι και ως Ιεράρχης και ως χριστιανός και ως Έλλην και ως αγωνιστής εξετέλεσεν εν ευσεβεία καθ’ άπαντα τον βίον αυτού άπαντα τα πολλαπλά ταύτα καθήκοντα, αλλά και μεστός πικριών» γράφει ο Αν. Γούδας και συνεχίζει: «Ως δείγμα αναντίρρητο της αφιλοχρηματίας του έχομεν ότι επί της θανής του έντεκα μόνον ελλ. τάλληρα πεντόδραχμα ευρέθησαν εν τω κατακένω πάντοτε όντι βαλαντίω του και 5 σμικρά αργυρά κοχλιάρια. Ας μη λησμονήσωμεν δε, ότι αυτού προεδρεύοντος εν τω Βουλευτικώ και παντοδυνάμου τότε όντος, αφίκετο εκ Λονδίνου το πρώτον Ελλ. Δάνειον» («Βίοι Παράλληλοι…», Τόμος Α΄, σελ. 165).

Στη νεκρώσιμη ακολουθία, στο Ναό της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου, συμμετέσχε μέγα πλήθος λαού, που συνόδευσε στη συνέχεια τη σορό του έως τη Μονή Πετράκη, όπου και ετάφη. Προς τιμή του εγράφησαν τρία επιτύμβια. Στην αρχή του ενός γράφεται: «Παντολέτωρ ο χρόνος, δαμασίμβροτος, αλλ’ αρετάων των Θεοδωρήτου το κλέος αθάνατον». (Εξολοθρευτής των πάντων ο χρόνος, δαμάζει όλους τους θνητούς, αλλά το κλέος των αρετών του Θεοδωρήτου είναι αθάνατο). –


Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΧΑΥΤΑΣ, Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΠ'ΟΛΟΥΣ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 116 ΕΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΧΑΡΙΣΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑ ΧΑΥΤΕΙΑ.

Η είδηση του θανάτου του έκανε το γύρο του κόσμου, παρότι δεν ήταν πολιτικός, ούτε είχε περιουσία. Ήταν ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης που έφυγε από την ζωή κι ένας από τους μακροβιότερους Έλληνες όλων των εποχών. Το όνομά του ζει, καθώς έχει δοθεί σε μια περιοχή στο κέντρο της Αθήνας. Κι όμως, είναι εξαιρετικά λίγες οι πληροφορίες που υπάρχουν γι’ αυτόν, ώστε σήμερα ακόμη και το όνομά του αναφέρεται λάθος. Ήρθε η ώρα να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια.

«Ο Ανδρέας Χάφτας, ο τελευταίος βετεράνος των ελληνικών πολέμων της ελευθερίας του 1821, πέθανε πρόσφατα στην Αθήνα σε ηλικία 116 ετών. Συχνά εξέφραζε την επιθυμία να ζήσει μέχρι το 1901, προκειμένου να μπορέσει να πει ότι είδε τρεις αιώνες». Αυτό αναγραφόταν στην αμερικανική Chicago Tribune στις 11 Μαΐου 1895.

Αντίστοιχες αναφορές δημοσιεύτηκαν την ίδια περίοδο και σ’ άλλες αμερικανικές εφημερίδες. Νωρίτερα (ήδη από τα τέλη Απριλίου) ο θάνατος του Χαύτα είχε βρει θέση σε ολλανδικές και γερμανικές εφημερίδες, ενώ το καλοκαίρι του 1895 θα φιλοξενούταν ως είδηση τριών γραμμών ακόμη και στις εφημερίδες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. Σε όλα τα δημοσιεύματα το κείμενο ήταν σχεδόν πανομοιότυπο, με ορισμένες εφημερίδες να προσθέτουν ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Χαύτας έπαιρνε σύνταξη από το ελληνικό δημόσιο, όπως επίσης ότι η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη.

Και ενώ ο Χαύτας (που, όσο ζούσε, είχε τη σπάνια τύχη να δει μια ολόκληρη περιοχή στο κέντρο της Αθήνας να παίρνει τ’ όνομά του – τα Χαυτεία) όντως πέθανε σε τόσο προχωρημένη ηλικία και ήταν όντως ο τελευταίος από τους αγωνιστές της ελληνικής επανάστασης (αν και όχι ένας από τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα για την ελευθερία), οι ξένες εφημερίδες έγραψαν και κάποιες ανακρίβειες. Του αποδόθηκαν κάποιες ελάχιστες τιμές, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν κηδεύθηκε όντως δημοσία δαπάνη, ενώ – το σπουδαιότερο – το όνομά του… δεν ήταν Ανδρέας!


Το πρόβλημα είναι ότι 120 χρόνια μετά, το όνομα του ανθρώπου αυτού με τις τόσες πολλές πρωτιές αγνοείται και από τις ελληνικές πηγές. Αλλού αναφέρεται ότι τα Χαυτεία οφείλουν την ονομασία τους αόριστα σε κάποιον ιδιοκτήτη καφενείου στην περιοχή, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για έναν από τους αγωνιστές του 1821, ενώ άλλες πηγές τον αναφέρουν ως Γιάννη ή Κώστα Χαύτα. Μόνο που ο άνθρωπος δεν ονομαζόταν ούτε Ανδρέας, ούτε Γιάννης, ούτε Κώστας!

Ο Δημήτρης Χαύτας, όπως ήταν το πραγματικό ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1779. Σε νεαρή ηλικία – άγνωστο όμως το πότε ακριβώς – μετανάστευσε στη Σμύρνη, όπου εργάστηκε αρχικά ως υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα. Λίγα χρόνια αργότερα εντάχθηκε στον ιδιωτικό στρατό του Καρασμάνογλου, φρουρώντας τα κτήματά του στο Αϊδίνιο. Εκεί γνώρισε τον Γκριζώτη, πρωτοπαλίκαρο του Καρασμάνογλου με καταγωγή από την Εύβοια. Όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821, ο σαραντάρης Χαύτας μαζί με τους Γκριζώτη και Καρασμάνογλου έσπευσαν στο πλευρό των επαναστατών.

Ειδικά ο Χαύτας φέρεται να διακρίθηκε στη μάχη του Πέτα ως σημαιοφόρος του Παναγιώτη Γιατράκου, να παρευρέθηκε στην άλωση της Τριπολιτσάς υπό τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, όπως επίσης να συμμετείχε στη μάχη στα Πέντε Ορνία της Άμφισσας υπό τον Νάκο Πανουργιά, στις μάχες της Ακρόπολης Αθηνών υπό τον Μακρυγιάννη, της Πύλου υπό τον γέρο-Αναγνωσταρά, της Πάτρας υπό τον Γιατράκο, του Άργους υπό τον Κολιόπουλο κατά του Δράμαλη.

Το 1835 αναγνωρίστηκαν οι υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Αγώνα και διορίσθηκε ανθυπολοχαγός της Βασιλικής Φάλαγγας, ενώ του απονεμήθηκαν και παράσημα. Το 1838, ο σχεδόν 60χρονος Δημήτριος Χαύτας παντρεύτηκε μια 14χρονη κοπέλα, την Αικατερίνη, με την οποία ήταν παντρεμένος ως το θάνατό του. Το 1843, τάχθηκε στο πλευρό του κινήματος υπέρ του Συντάγματος, ενώ στο σπίτι του – αυτό τουλάχιστον γράφτηκε – κατασκευαζόταν κρυφά πυρίτιδα, η οποία στη συνέχεια τοποθετούταν σε κοφίνια, το πάνω μέρος των οποίων ήταν γεμάτα από σταφύλια, ώστε να εξαπατώνται οι φύλακες.

Το 1845, ο Χαύτας διέθετε ήδη αρκετή περιουσία και αγόρασε μια μεγάλη έκταση στην περιοχή των σημερινών Χαυτείων. Εκεί ανήγειρε ένα καφενείο, το οποίο και ονόμασε «Καφενείο των Γερόντων». Κι επειδή εκεί ήταν μόνος, ολομόναχος (αφού η οδός Σταδίου της εποχής δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή), όλοι έλεγαν «Πάμε στον Χαύτα!» κι έτσι βγήκε η ονομασία Χαυτεία.

Επιπλέον ο Χαύτας ασχολήθηκε με το εμπόριο αποικιακών υφασμάτων, χάρη στα οποία αύξησε σημαντικά την περιουσία του, απέκτησε πολλά κτήματα, ενώ του ανήκε όλη η περιοχή, όπου αργότερα ανεγέρθηκε το μέγαρο Καυταντζόγλου. Σε δημοσίευμα του 1895 αναφερόταν ότι στο μέρος, όπου ανεγέρθηκε η οικία του αρχιτέκτονα Καυταντζόγλου, βρισκόταν και το καφενείο των «Γερόντων». Τελικά, ύστερα από δεκαετή διαμονή στα Χαυτεία, ο Χαύτας αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί στη Βάθεια (σήμερα πλατεία Βάθης), όπου διέθετε μικρότερα κτήματα.

Εν τω μεταξύ, οι ελληνικές κυβερνήσεις τον τίμησαν με δύο ακόμη παράσημα για τις υπηρεσίες του, ενώ προβιβάσθηκε σε υπολοχαγό και λοχαγό της φάλλαγας, αν και δημοσιεύματα – με αφορμή το θάνατό του – έκαναν λόγο για ένα «πικρό παράπονο» που είχε, ότι αισθανόταν παραγκωνισμένος από τον κόσμο και την επίσημη κυβέρνηση.

Ο ίδιος, πάντως, ήταν πολύ δημοφιλής στη Βάθεια, όπου οι θαυμαστές του σχημάτιζαν κύκλο στα διάφορα καταστήματα της περιοχής και ο Χαύτας τους διηγούταν ιστορίες από την επανάσταση. Μόνο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο πριν το θάνατό του δεν έβγαινε καθόλου από το σπίτι του στον Άγιο Παύλο λόγω γήρατος. Και στις 7 Μαρτίου 1895 (π.η.), ο Δημήτριος Χαύτας έφυγε από την ζωή, ο τελευταίος των αγωνιστών του 1821, σε ηλικία 116 ετών! «Μόνον άνδρες παρωχημένης εποχής, άνδρες της σωματικής διαπλάσεως, και των απλών και πατριαρχικών ηθών των ανδρών του 21, ηδύναντο να φθάσωσι τον αιώνα και να υπερπηδήσωσιν αυτόν» εκτιμούσε η Ακρόπολις (08.03.1895)

Ποιο ήταν το μυστικό της μακροζωίας του; Η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε το καθημερινό του πρόγραμμα – όσο ακόμη μπορούσε να βγαίνει από το σπίτι. Κάθε πρωί, όταν ξυπνούσε, έκανε βόλτα στην αγορά «ντούρος χωρίς να καμπουριάζη». Έτρωγε πάντοτε χόρτα, τα οποία υπεραγαπούσε, σπάνια όμως έτρωγε κρέας. Παραδόξως, το τσιγάρο δεν κατέβαλε την υγεία του κι ας ήταν συνέχεια μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα. Έπινε πολύ λίγο κρασί, όμως κοιμόταν πολύ, ενώ πάντοτε ήταν εύθυμος χαρακτήρας.

Ουδέποτε φόρεσε γυαλιά. Η μνήμη του και γενικότερα οι διανοητικές του ικανότητες ήταν ισχυρές μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η ίδια εφημερίδα περιέγραψε την εικόνα του Χαύτα στο νεκρικό κρεβάτι: «Η μορφή του γαλήνιος και λευκοτάτη απέπνεεν όλην την γλυκύτητα και το άρωμα της ηρωικής του καρδίας, το αρρενωπόν δε άμα και το αφελές όπερ διέκρινε τους άνδρας της παλαιμάρχου εκείνης εποχής ζωηρόν εισέτι απετυπούτο επί του ωχρολεύκου προσώπου του. Και υπό το λευκά του βλέφαρα εκατόν δεκαέξ ενιαυτοί εκοιμώντο! Την σεβασμίαν του κεφαλήν έστεφε το Ελληνικόν φέσιον με την χρυσήν κορώναν, και χρυσά και ατίμητα πισλιά εστόλιζον το ηρωικόν του στήθος». (09.03.1895)

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εστίας, όταν ο Χαύτας ήταν νέος ακόμη, είχε κερδίσει στα χαρτιά ένα τεράστιο χρηματικό ποσό πολλών χιλιάδων δραχμών. Μετά το παιχνίδι, όμως, έβαλε κάτω ένα σταυρό και τον πάτησε ορκιζόμενος να μην ξαναπαίξει ποτέ, όπως και έγινε, τηρώντας τον όρκο του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τέσσερις-πέντε ώρες πριν το θάνατό του, γύρω στις 10 το βράδυ της 6ης Μαρτίου, ο Δημήτριος Χαύτας τραγουδούσε ένα τραγούδι του Μάρτη περικυκλωμένος από τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. (Σύμφωνα με την Ακρόπολις ήταν το «Πετροχελιδόνα πέρασε και μας εχαιρέτισε/ Μας άφησε την υγειά και την χαρά/ Έξω ψύλλοι, ποντικοί· μέσα Μάρτης και χαρά/ Και καλή νοικοκυρά»!!) Λίγες ώρες νωρίτερα είχε φάει – για πρώτη φορά μετά από έξι μέρες – μια φέτα ψωμί, ήπιε ένα φλιτζάνι καφέ και αφού έστριψε ένα τσιγάρο, το κάπνισε με το τσιμπούκι του. Στις 2.30΄ το πρωί της 7ης Μαρτίου ζήτησε λίγο νερό, το ήπιε και λίγο μετά πέθανε.

Η είδηση του θανάτου του δεν δημοσιεύθηκε σ’ όλες τις εφημερίδες, χωρίς όμως να λείψουν και τα πλούσια αφιερώματα σε όσες τον θυμήθηκαν – τα οποία και αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για το παρόν αφιέρωμα. Άλλωστε η ειδησεογραφία ήταν γεμάτη από την προεκλογική κίνηση των συνδυασμών εν όψει των εκλογών της 16ης Απριλίου, καθώς επίσης από το σασπένς γύρω από το φρικιαστικό έγκλημα με θύμα ένα ακέφαλο σώμα, που είχε βρεθεί λίγες μέρες νωρίτερα στον Πειραιά.

Μια από τις λίγες εφημερίδες, που αναφέρθηκαν στο θάνατο του Δημητρίου Χαύτα, ήταν το Άστυ: «Πάει και ο Χαύτας! 116 ετών! Λείψανον του ιερού αγώνος. Εγεννήθη εις τα 1779! Φοβερός και τρομερός πολεμιστής αρχομένου του αιώνος, αγαθώτατος και φαιδρότατος γεροντάκος λήγοντος αυτού. Εις των σπανιοτέρων τύπων της παλαιάς εκείνης γενεάς. Με τις φουστανέλλες του, το φέσι του, την πάλα του, το σελάχι του, τ’ άσπρα του τα μαλλιά, έμοιαζε σαν ζωντανή ακουαρέλα του Λάντσα. Εκ του ονόματός του ωνομάσθησαν τα περίφημα Χαυτεία. Αυτός πρώτος ίδρυσεν εκεί κάτω μία ξύλινη μπαράγκα, η οποία με τον καιρόν μετεμορφώθη εις καφενείον των Γερόντων. Το τι συζητήσεις και ιδίως πολιτικαί έχουν γείνει εκεί μέσα ένας Θεός το ξέρει. Τα Χαυτεία ήσαν άλλοτε μικρά Βουλή, χωρίς στενογραφημένα πρακτικά και υπουργεία […]» (09.03.1895)

Ωστόσο, φαίνεται ότι πολύς κόσμος έσπευσε στην οικία του παλαίμαχου αγωνιστή στην πλατεία Βάθης για να τον αποχαιρετήσει, ενώ στις 10 το πρωί της 8ης Μαρτίου έγινε η κηδεία του, λιτή και χωρίς πολυτελή στεφάνια, στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης, ενώ λόχος πεζικού επικεφαλής της μουσικής της φρουράς απέδωσε τιμές στον Δημήτριο Χαύτα. Απουσίαζαν όμως οι επίσημοι, κάτι που σχολιάστηκε αρνητικά.

Η εφημερίδα Ημέρα σημείωνε: «Είνε αληθές ότι η κηδεία του εγένετο πενιχρά, διότι ο αγωνιστής Δημ. Χαύτας δεν έτυχε να τον ρεκλαμάρη κανείς προ του θανάτου του, και διότι δεν ανήκει εις τον σύλλογον των αλληλοθαυμαστών, ουδέ εις την σπείραν των νεοελθόντων μεγάλων πατριωτών και ευεργετών, και διά τούτο ούτε μεγάλα γαλόνια, ούτε ψηλά καπέλλα συνώδευσαν τον νεκρόν του τελευταίου αγωνιστού. Αλλά νομίζομεν ότι ο ευτυχέστερος των παρ’ ημίν υπήρξε ο αοίδημος Χαύτας, όστις κατώρθωσεν ώστε και τον νεκρόν του ακόμη να μη τον πλησιάσουν οι Αβδηρίται της εποχής». (10.03.1895)

Πηγές:

Τα αρχεία των εφημερίδων:
Ακρόπολις: 08 και 09.03.1895
Το Άστυ: 08.03.1895
Εστία: 09.03.1895
Ημέρα: 10.03.1895
Νέα Εφημερίς: 08 και 09.03.1895



Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΑΘΑΣ : «Ο ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ»


Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Ο Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914), Γαλαξειδιώτης στην καταγωγή, είναι ο «αφοσιωμένος πολυγραφώτατος, ερευνητικώτατος και εμβριθέστατος φυσιοδίφης» της Ελλάδος, όπως επιγραμματικά τον χαρακτηρίζει ο εξαίρετος ιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος (Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τόμος 10ος, στηλ. 1117-1119).

Επί μία πεντηκονταετία ο Σάθας αναλώθηκε στην αποκάλυψη μιας εξόχου εποχής της Ελληνικής Ιστορίας, εντός της οποίας κυοφορήθηκε η μεγάλη Επανάσταση του 1821 και κερδήθηκε η ελευθερία του Έθνους. Γράφει στην ίδια σελίδα ο Γριτσόπουλος: «Το όνομα του Κ. Σάθα εις την ιστορικήν έρευναν καταλαμβάνει θέσιν σπουδαίαν δια το πολύ και πρωτότυπον υλικόν, που περισυνέλεξε και εξέδωκε με πολλάς στερήσεις και υγείαν των οφθαλμών του όχι σταθεράν… Επομένως πρόκειται δια χαλκέντερον ερευνητήν».

Ο διατελέσας πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Τσάτσος, ανηψιός του Κ. Σάθα εκ μητρός, σημειώνει: «Ησχολήθη εκ των πρώτων με την σκοτεινήν αυτήν περίοδον της ιστορίας του Έθνους (Σημ. γρ. Την Τουρκοκρατία)  και έφερε πρώτος εις φως ανεκτιμήτου αξίας κείμενα και σημαντικά γεγονότα… Απέθανε εις Παρισίους πτωχός και εγκαταλελειμένος, με την πικρίαν ότι δεν εβοηθήθη εις το εκδοτικόν του έργον». (Πρόλογος Κων. Τσάτσου εις βιβλίο Κων. Σάθα «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Τόμος πρώτος, Εκδ. Οργ. Λιβάνη, Αθήνα, 1995, σελ. 11-12).

Το πλείστο μέρος του βίου του ο Σάθας το πέρασε στις βιβλιοθήκες της Βενετίας, των Παρισίων, των Αθηνών και των Πατριαρχείων της Ανατολής.


Στο βιβλίο του «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς» (1η Εκδ. τέκνων Αν. Κορομηλά, Αθήνησι, 1869) με εμπεριστατωμένο και τεκμηριωμένο τρόπο περιγράφει το πώς οι Έλληνες από της ημέρας της Αλώσεως της Βασιλεύουσας αγωνίσθηκαν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους και να αποτινάξουν τον ζυγό της τυραννίας. Γράφει στον πρόλογο (τον ονομάζει «Είδηση») του εν λόγω έργου ότι οι Έλληνες που διεσπάρησαν στην Δυτική Ευρώπη αποδείχθηκαν «στοιχεία ζωτικά, έκαστον των οποίων έφερεν εντός αυτού ολόκληρον το έθνος» και «το τέως μυκτηριζόμενον όνομα του Βυζαντινού Γραικύλου εθαυμάσθη υπό της Ευρώπης, την οποίαν εξεπαίδευσε και της οποίας τους στρατούς ωδήγησεν εις τα πεδία των νικών». Γράφει και για τον Έλληνισμό, που έμεινε στην υπό τυραννία πατρίδα, «αμέσως ανακύψας και επί των ορέων κατασκηνώσας κατά τον μέγαν εκείνον και πολυχρόνιον κλύδωνα ηνδρούτο διωκόμενος και εναλλάξ νικών και νικώμενος παρθένος διετηρήθη, ως οι διασώσαντες αυτόν παρθενικοί βράχοι» (Σελ. α΄ και β΄).

Για όλη αυτή τη δράση του Έθνους τονίζει ο Σάθας, στην ίδια «Είδηση»: «Υπέρ πίστεως και πατρίδος ηγωνίσθη το έθνος. Δια του σταυρού και της ρομφαίας απέκτησε την ελευθερίαν. Οι μάρτυρες της ορθοδόξου πίστεως και οι αρειμάνιοι του εθνισμού πρόμαχοι εισίν οι δίδυμοι της ελληνικής ελευθερίας αστέρες» (Σελ. β΄).

Γράφει και κάτι πολύ επίκαιρο σήμερα ο Σάθας: «Η Δύση με την Άλωση είδε να εκπληρώνεται ο σκοπός, τον οποίο από εξακοσίων ετών λυσσωδώς επεδίωκεν» (Σελ. 1). Αλλά η χαρά της εκείνη ήταν στιγμιαία, διότι οι Φράγκοι αμέσως έκπληκτοι είδαν ότι οι Τούρκοι εξ ίσου θεωρούσαν εχθρούς και τους λατρεύοντας τον Χριστόν και τους ασπαζομένους τα σανδάλια του θεωρουμένου διαδόχου του αλιέως (Απ. Πέτρου). Και σήμερα στη Δύση κάποιοι δεν θέλουν να καταλάβουν ότι οι προκλήσεις των Τούρκων σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου αφορούν άμεσα και τους ίδιους.

Η επίμοχθη εργασία του Σάθα στη Βενετία, από το 1872 έως το 1894, στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη και σε αυτή της ενορίας του Αγ. Γεωργίου των Ελλήνων, απέδωσε την έκδοση της επτάτομης «Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης». Αυτή περιέχει συλλογή βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων, μετά εισαγωγών και υπομνημάτων. Σημαντικό για την κατανόηση της εποποιίας των Ελλήνων για να φθάσουν στην Επανάσταση του 1821 είναι το άνω των χιλίων σελίδων σύγγραμμά του «Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων (1453 – 1821)» (Εν Αθήναις, Τυπ. Τέκνων Ανδρ. Κορομηλά, 1868). Στο εν λόγω πόνημά καταγράφει 1315 διδασκάλους του Γένους, από τους οποίους οι 365 τον 18ο αιώνα. Σχεδόν όλοι τους είναι κληρικοί, ή λαϊκοί πιστά μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Βλ. σχ. Γ.Ν. Παπαθανασόπουλου «Ο Διαφωτισμός και ο Ελληνισμός», Εκδ. «Τήνος», Αθήναι, 2019, σελ. 28-29).

Ο Σάθας ζει στην εποχή, που πολλοί μορφωμένοι Έλληνες επηρεάζονται από το μίσος του Κοραή προς τον άνω της χιλιετίας διατηρηθέντα Βυζαντινό πολιτισμό. Ο ίδιος δεν έμεινε ανεπηρέαστος. Στην εργασία του «Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της Ελληνικής τακτικής» γράφει ότι υπήρχε αντίθεσις μεταξύ Βυζαντίου και Ελλήνων, λες και οι Έλληνες δεν ήσαν το Βυζάντιο. Στη συνέχεια απεναντίας αναφέρει: «Η αληθής αναγέννησις του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιδρύσεως (Σημ. γρ. Αμέσως μετά την Άλωση) των πρώτων εν Ελλάδι σχολείων, εν οις παραδόξως βλέπομεν αυτούς τους καλογήρους διδασκάλους, εμπνέοντας εις τους ακροατάς των ίσην προς την πατρίδα και την πίστιν αγάπην. Εν ονόματι του Λεωνίδα και του Χριστού πίπτουσιν εν Θερμοπύλαις δύο καλόγηροι, ο Διάκος και ο Σαλώνων Ησαΐας….» (Περ/κό «ΕΣΤΙΑ», τόμος ΙΘ΄ -2/6/1885 και Τόμος Κ΄ -8/9/1885, Ανατύπωση Βιβλ. Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 1986, σελ. 40).

Ως έντιμη προσωπικότητα ο Σάθας διχάζεται ανάμεσα στα όσα γράφει αβασάνιστα ο Κοραής και σε όσα ο ίδιος ανακαλύπτει στην μακροχρόνια ιστορική έρευνά του. Ένα παράδειγμα: Στη μελέτη για τους στρατιώτες στη Δύση γράφει πως στα μέσα του 15ου αιώνα στην Βενετία υπήρχαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες, που ζούσαν «περιφρονούμενοι ως σχισματικοί και αναγκαζόμενοι να φοιτώσι εις τους καθολικούς ναούς. Ούτε τα πτώματα των νεκρών εσέβετο ο φανατικός παπικός κλήρος, όστις ελάμβανε μεν χρήματα, όπως τοις χορηγήση ταφήν, αλλά μετ’ ολίγον τους εξέθαπτε και τους έρριπτε εις την θάλασσαν». Τότε οι υπηρετούντες στον ενετικό στρατό άνδρες υπέβαλαν στο συμβούλιο των Δέκα αναφορά, με την οποία ζήτησαν να επιτραπεί στο ελληνικό γένος να κατασκευασθεί ναός στο όνομα του προστάτη τους Αγίου Γεωργίου. Το αίτημα έγινε δεκτό και έκτοτε οι Έλληνες στη Βενετία έχουν το Ναό τους. Η αναφορά των Ελλήνων στρατιωτών άρχιζε έτσι: «Έκαστος πιστός χριστιανός χρεωστεί να προτιμά παντός άλλου την αγίαν θρησκείαν, θεραπεύων ταύτην πάση δυνάμει και επιμελεία, ως αρχήν και θεμέλιον πάσης πράξεως και οδηγόν προς το ποθητόν τέλος της μακαριότητος» (Αυτ. σελ. 247-249).

Όπως συμβαίνει με πολλούς λογίους, που προσέφεραν πολλά στην Πατρίδα, έτσι και ο Κων. Σάθας και το σπουδαίο έργο του έχουν αποθάνει στη μνήμη των περισσοτέρων Ελλήνων. Ακόμη και των Γαλαξειδιωτών, των απογόνων της ιδιαίτερης Πατρίδος του. Για το Γαλαξείδι εξέδωσε, με δική του επιμέλεια, το 1865 ένα από τα σημαντικότερα μεταβυζαντινά κείμενα, με τον τίτλο «Το χρονικό του Γαλαξειδίου», γραμμένο το 1703 από τον ιερομόναχο Ευθύμιο (Πενταγιώτη) στη μονή του Σωτήρος Χριστού, στο Γαλαξείδι.




Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821, Ο ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΩΤΗΣ


Γράφει ο Τάκης Α. Σαλκιτζόγλου

Δικηγόρος – Συγγραφέας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.


[ Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης γεννήθηκε στις Κυδωνίες ( Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας. Στις 2 Ιουνίου 1821, οι Τούρκοι καταστρέψανε την πόλη για να εκδικηθούν τους Έλληνες που είχαν  πυρπολήσει ένα πλοίο τους ( δίκροτο) στην Ερεσό, στις 27 Μαΐου 1821. Μεταξύ αυτών που σώθηκαν από την σφαγή, ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης καθώς και ο πατέρας του Νικόλαος. Κατέφυγαν στο Ναύπλιο, όπου εντάχτηκαν στις Ελληνικές δυνάμεις. Ο Δημήτριος υπηρέτησε αρχικά υπό τις διαταγές του Οπλαρχηγού Θάνου και κατόπιν – κατά την άλωση του Παλαμηδιού – υπό τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο ως Ενωμοτάρχης. Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης μαζί με τον πατέρα του Νικόλαο, είναι εκείνοι που σχεδίασαν και υλοποίησαν- με την έγκριση του Σταϊκόπουλου- το σχέδιο της εκπόρθησης του Παλαμηδιού, την παραμονή του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου 1822 ].

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους σώζεται μια αίτηση – αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη, που πρωτοστάτησε μαζί με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο κατά τις ιστορικές ώρες της άλωσης του Παλαμηδιού. Είναι γραμμένη στις 15 Μαρτίου 1825 από άτομο γραμματισμένο, που γνωρίζει καλά τα ελληνικά. Φέρει όμως την ιδιόχει­ρη υπογραφή του ίδιου του Μοσχονησιώτη, που προτάσσει μάλιστα με σεμνότητα στα χαραγμένα με έκδηλο κόπο ανορθόγραφα κολλυβογράμματα της υπογραφής του τις λέξεις «δουλουσας ταπηνως» (δούλος σας ταπεινός), ανορθόγραφο κι αυτό αλλά αυθόρμητο δείγμα της ευπείθειάς του προς τις Αρχές. Το κείμενο της αίτησης αυτής (που έρχεται πρώτη φορά στο φως της δημοσιότη­τας και παρατίθεται σε φωτοτυπία) έχει ως εξής:

Προς την Σεβαστήν Διοίκησιν

Ο υποσημειούμενος ηγωνίσθην με όλην μου την δυνατήν προθυμίαν εις τον υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος ιερόν αγώνα, δια διάστημα τριών ήδη χρόνων, υπό διαφόρους. Κατά το 1822 μετά του μακαρίτου κυρίου Θάνου εις διάστημα 7 μηνών, χωρίς να λάβω κανένα μισθόν, εσυντρόφευσα τον ρηθέντα εξ Άργους εις τα πλοία και εγώ διέμενα πολεμών κατά των εχθρών, έως ού ούτοι κατεδιώχθησαν. Μετά ταύτα συνενώθην μετά του καπετάν Στάϊκου Σταϊκόπουλου, υπό την οδηγίαν του οποίου εδούλευσα ένδεκα μήνας, χωρίς ποτέ να λάβω ούδ ‘ οβολόν.

Ότε δε έγινε η έφοδος Παλαμηδιού, εγώ πρώτος πηδήσας ένδον του τείχους, εγώ πρώτος και μόνος εμβήκα εις όλας τας δάπιας, και αναβαίνων την κλίμακα και με τα εργαλεία ανά χείρας ήνοιγα τας θύρας και εισήρχοντο οι λοιποί (ως φαίνεται από το εσώκλειστον αποδεικτικόν και καθώς ημπορούν και όλοι όσοι τότε εις την έφοδον παρήσαν). Μετά δε την έφοδον, μ ‘ όλον ότι ο καπετάν Στάϊκος κατά την στιγμήν ενώ είμεθα πλησίον εις τα τείχη του Παλαμηδίον μου υπεσχέθη επί παρρη­σία όλων των συντρόφων εάν έμβω πρώτος να μου δίδη αμοιβήν του κινδύνου τα ίδια του τα όπλα και τας πιστόλας του, πέντε μερίδια από τα λάφυρα του Παλαμη­διού και χίλια γρόσια δώρον, μ’ όλον τούτο αφού εμβήκαμεν μέσα εις το Παλαμήδι δεν έλαβα ειμή μόνον δια τον εαυτόν μου και τους δέκα συντρόφους μου γρόσια 101 και 25.

Αλλ’ όταν του εζητούσα το δώρον μου, μού έλεγε συχνά ότι η Διοίκησις θέλει γνωρίσει τους κόπους μου και θέλει με επιβραβεύσει. Ήδη λοιπόν όπου δεν έχω άλλον πόρον πλέον τροφής, λαμβάνω το θάρρος να αναγγείλω  ταύτα εις την Σεβαστήν Διοίκησιν και να την παρακαλέσω να γνωρίση τα δίκαια μου και τους αγώνας μου και να συγκατάνευση εις το να προνοήση και δι’ εμέ πόρον τινα, δι’ ού να ημπορώ να θρέψω εμαυτόν και την οικογένειάν μου. Ομοίως να με τιμήση και με ένα ανάλογον βαθμόν αξιώματος των εκδουλεύσεων όπου έκαμα και κινδύνων όπου υπέφερα.

 Ων δ’ ευελπις επί των αιτήσεών μου, μένω ευσεβάστως

Τη 15 Μαρτίου 1825                   ο ευπειθής πατριώτης

Ναύπλιον                                 δουλουσας ταπηνως   δημητριως μωσχουνησοτης

Ενυπόγραφη αναφορά του Δημ. Μοσχονησιώτη

 

Στην οπισθία όψη της αιτήσεως υπάρχει ο αριθμός 982 και αναγράφεται το όνομα Δ. Μοσχονησιώτης με την εξής επισημείωση, γραμμένη από άλλο χέρι: «Το υπουργείον του Πολέμου να εξετάση και να αναφέρη, 19 Μαρτίου 1825, Ναύπλιον, 5135, ο προσ (ωρινός) Γεν. Γραμμ. (υπογραφή δυσανάγνωστος)». Οι αριθμοί 982 και 5135 σχετίζονται μάλλον με το πρωτόκολλο.

Η αίτηση είναι γραμμένη από εγγράμματο γραφέα, πολύ καλό γνώστη της ελλη­νικής, που απέδωσε με την πέννα του όσα θα του εξέθεσε ο ίδιος ο Μοσχονησιώτης. Ίσως μάλιστα ο γραφέας να ήταν κάποιος συμπατριώτης του, που θα είχε φοιτήσει στην περίφημη Ακαδημία των Κυδωνιών, με δασκάλους τον Βενιαμίν τον Λέσβιο και τον Θεόφιλο Καΐρη, και τα σωστά ελληνικά του τον είχαν οδηγήσει, πρόσφυγα τώρα και τον ίδιο, να βγάζει το ψωμί του ως αναφορογράφος μέσα στο Ναύπλιο.

Όσο για τον ίδιο τον αγράμματο αγωνιστή, η ίδια η υπογραφή του, εκτός από τα αναπόφευκτα ορθογραφικά του λάθη, τη διακοπή της συνέχειας της γραφής σε α­προσδόκητο σημείο (στην επάνω σειρά γράφει δημη και στην κάτω -τριως), την αυτόβουλη έκφραση υποταγής (δουλουσας ταπηνως), αποπνέει τον κόπο και την προσπάθεια που φαίνεται πως κατέβαλε για να καταφέρει να την βάλει επιτέλους πάνω στο χαρτί. Η γραφή του αγνοεί την ύπαρξη των κεφαλαίων γραμμάτων και είναι καθαρά φωνητική, φέρει δηλαδή έκδηλα τα φαινόμενα του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος των Κυδωνιών, όπου το όμικρον εκτείνεται σε ου (δούλους, μωσχουνησότης). Είναι γνωστό πως οι Αϊβαλιώτες και οι Μοσχονησιώτες ήταν στην πλειοψηφία τους Μυτιληνιοί, που από τη γειτονική Λέσβο άρχισαν να εγκαθίστα­νται στις Κυδωνιές (ή Αϊβαλί) περί τα μέσα του 16ου αιώνα.

Δεν είναι γνωστή η απάντηση της Σεβαστής Διοίκησης, ούτε και διαθέτουμε άλλες πληροφορίες για την περαιτέρω τύχη του Δημ. Μοσχονησιώτη. Στις κατα­στάσεις των αγωνιστών που φυλάσσονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στο Μητρώο Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης αναφέρεται και κάποιος άλλος Μο­σχονησιώτης Δημήτριος ο οποίος αγωνίσθηκε υπό τον καπετάνιο Παντελή Ποριώ­τη, δεν είναι όμως βέβαιο αν είναι ο ίδιος ο ήρωας του Παλαμηδιού ή αν πρόκειται περί συνωνυμίας.*

Τα γεγονότα της Άλωσης του Παλαμηδιού είναι γνωστά από τους ιστοριογράφους της Επανάστασης, ιδιαίτερα από τον Μιχ. Γ. Λαμπρυνίδη και από τη διεξοδική μονογραφία του Πάνου Λιαλιάτση που δημοσιεύθηκε προσφάτως σε οκτώ συνέ­χειες σε ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών. Όλοι τονίζουν την αποφασιστική συμβολή του Αϊβαλιώτη αγωνιστή Δημητρίου Μοσχονησιώτη, ο οποίος προθυ­μοποιήθηκε να ανέβει πρώτος στα τείχη, υπερπήδησε τις επάλξεις, όρμησε πρώ­τος και μόνος μέσα στο κάστρο και με το θάρρος και την άφοβη παλικαριά του εξουδετέρωσε την τουρκική φρουρά. Αμέσως έδωσε το σύνθημα στους Έλληνες που ακολουθούσαν για να εφορμήσουν κι αυτοί και να ολοκληρώσουν την άλωση του Παλαμηδιού.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης είχε συλλάβει την προηγούμενη νύχτα δυο Αλβα­νούς και μια γυναίκα, που είχαν βγει από το Παλαμήδι και μάζευαν χόρτα έξω από το κάστρο. Τους οδήγησε αμέσως στο Στ. Σταϊκόπουλο, στον οποίον αυτοί αποκά­λυψαν ότι οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν αποχωρήσει από το φρούριο, εξουθενωμέ­νοι από την πολιορκία και την έλλειψη τροφής.

« Ο Α. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια» γράφει ο Πάνος Λιαλιάτσης «παρακίνησε τον Σταϊκόπουλο να πάρει την απόφαση για το ρε­σάλτο. Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα τα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να κατα­λάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δυο Αρβανίτες… Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αφρούρητο αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη».

Όταν έφτασε η ώρα του ρεσάλτου ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, πατώντας σε μια σκάλα που είχαν κουβαλήσει οι πολιορκητές, έκανε το σταυρό του και πήδηξε μέσα στη ντάπια, άρπαξε αιφνιδιαστικά τον Τούρκο φρουρό, τον αδρανοποίησε, μάζεψε όλα τα όπλα που υπήρχαν μέσα στο φυλάκιο και κάλεσε τα άλλα παλικάρια που περίμεναν από κάτω να ανέβουν κι’ αυτά γρήγορα στο τείχος. Αφού ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Γιουρούς ντάπιας, κουβάλησαν τη σκάλα στη διπλανή Καρά ντάπια, όπου πάλι ο Μοσχονησιώτης με τον ίδιο τρόπο πήδηξε πρώτος μέσα από τα τείχη και πάλι με τον ίδιο τρόπο την κυρίευσε, ειδοποιώντας τους Έλληνες να ορμή­σουν μέσα. Σε λίγο όλες οι ντάπιες κυριεύθηκαν και το άπαρτο Παλαμήδι έπεσε. Ήταν ξημερώματα της 30 Νοεμβρίου 1822. Η απελευθέρωση και του Ναυπλίου ήταν πια εύκολη υπόθεση.

Πέρασαν δυόμιση σχεδόν χρόνια. Το Έθνος αγωνιζόταν να ολοκληρώσει κι’ αυτό την απελευθέρωση του, που ήταν υπόθεση ολοκλήρου του ελληνισμού. Στις τάξεις των αγωνιστών δεν έσπευσαν να καταταγούν μόνο Ελλαδίτες (Μωραΐτες, Ρουμε­λιώτες, Σουλιώτες, Αιγαιοπελαγίτες κ.α.) αλλά και Έλληνες του Μείζονος Ελληνι­σμού, της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Κύπρου, ακόμα και Μανιάτες της Κορσικής.

Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που καταγόταν από το Αϊβαλί, τις ελληνικότατες Κυδωνιές της Μικράς Ασίας. Σίγουρα θα ήρθε μετά την ολοκληρωτική καταστροφή και την πυρπόληση της πατρίδας του από τους Τούρκους που έγινε στις 3 Ιουνίου 1821. Τότε που ολόκληρος ο ελληνικός πληθυ­σμός των Κυδωνιών σφαζόμενος, διωκόμενος και όχι απλώς «συνωστιζόμενος» (κατά μία μοντέρνα έκφραση) έτρεχε να σωθεί και να προλάβει να μπει στα καράβια του Τομπάζη και του Μιαούλη, που τον οδήγησαν στα Ψαρά και στα άλλα νησιά του Αιγαίου. Αμέτρητοι ήταν όσοι έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα, ενώ περισσό­τεροι από 30.000 ήταν οι Κυδωνιάτες και Μοσχονήσιοι πρόσφυγες που έφτασαν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η πατρίδα τους ερημώθηκε και έμεινε για αρκετά χρόνια ακατοίκητη. Όσοι γλίτωσαν τη σφαγή έβλεπαν από τα καράβια μια ολόκλη­ρη πόλη, την πόλη τους, να πυρπολείται και τα σπίτια τους, τα σχολεία και τις εκ­κλησίες τους να καπνίζουν σε ερείπια.

Από τους Αϊβαλιώτες που έφτασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, όσοι μπορούσαν να φέρουν όπλα, κατατάχθηκαν στα επαναστατικά στρατιωτικά σώματα αλλά και στον τακτικό στρατό. Ο αριθμός των αγωνιστών από τις Κυδωνιές δεν έχει υπολο­γισθεί με ακρίβεια, είναι βέβαιο όμως ότι ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες. Από σχετική έρευνα στα Μητρώα Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης, τα Γενικά Αρ­χεία του Κράτους (Αρχείο Αγώνος, Συλλογή Βλαχογιάννη), τα Αρχεία της Ιστορι­κής και Εθνολογικής Εταιρείας και από άλλες πηγές προβάλλουν τα ονόματα σω­ρείας Αϊβαλιωτών αγωνιστών.

Αναφέρουμε εδώ μερικούς, όπως οι πέντε ηρωικοί αδελφοί Πίσσα (Αθανάσιος, Δημήτριος, Ευστράτιος, Νικόλαος και Παναγιώτης από τους οποίου οι δυο τελευταίοι πρόσφεραν την ίδια τη ζωή τους στον Αγώνα)**, οι Άγγελος Ζωντανός και Μανουήλ Αμμανίτης που έπεσαν ηρωικά στη μάχη του Πέτα, ο Χατζη-Αποστόλης ο οποίος οδηγούσε δικό του σώμα από 80 Αϊβαλιώτες που εμάχοντο υπό τον Γιατράκο, ο Δημ. Καπαντάρος που επικεφαλής 300 συμπα­τριωτών του πολέμησε στο Άργος τον Δράμαλη, οι Γεώργιος Σεϊταρής, Γεώργιος Γεωργίτσας, ο Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, που επικεφαλής σώματος 50 συμπατριω­τών του έλαβε μέρος στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς***, οι Στρατής Αϊβαλώτης – Λαχανάς, Γαβριήλ Αμμανίτης, Στυλιανός Γονατάς (πρόγονος του ο­μώνυμου στρατηγού της Επανάστασης του 1922), και Δημ. Σαλτέλης, ο Ιωάννης Σαλτέλης που βρήκε ένδοξο τέλος στα Ψαρά, ανατινάζοντας την πυριτιδαποθήκη και παρασύροντας στο θάνατο μαζί με τους συμπολεμιστές του και πολλούς Τούρ­κους, ο Νικόλαος Σκορδομπέκης, ο Δημήτριος Τζίτζιρας, που σκοτώθηκε εφορμώ­ντας και αυτός πρώτος στην πολιορκουμένη Ακρόπολη των Αθηνών, οι 100 Αϊβαλιώτες που ανήκαν στο σώμα του Κριεζώτη και υπεράσπιζαν την Ακρόπολη των Αθηνών από τον Κιουταχή, και τόσοι άλλοι που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να αναφέρει κανείς τα ονόματα και τη δράση τους.

Όλοι αυτοί (οι Κυδωνιάτες) πολέμησαν στον τακτικό στρατό ή σε ομάδες συ­μπατριωτών τους (μπουλούκια), συνήθως υπό την αρχηγία ενός συμπατριώτη τους, αλλά υπό την γενική ηγεσία στρατηγών όπως οι Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Χα­τζηχρήστος, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Ιωάννης Νοταράς, Καραϊσκάκης, Μακρυ­γιάννης, Ιω. Γκούρας κ.α.

Ανάμεσα στους ανώνυμους αυτούς αγωνιστές ήταν και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που θα είχε ασφαλώς λάβει μέρος σε αρκετές μάχες, αφού κατά την άλωση του Παλαμηδιού αριθμούσε ήδη 18 μήνες στον ιερό Αγώνα, από την αρχή δηλαδή της Επανάστασης μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 1822.

Όλοι αυτοί δεν αγωνίζονταν μόνο για την Ελλάδα. Αγωνίζονταν παράλληλα και για την επιβίωση των μελών των οικογενειών τους, που περιφέρονταν στη μητέρα πατρίδα ανέστιοι και πένητες, ρακένδυτοι και μονοσάνδαλοι, και έφτα­σαν στο σημείο ακόμα και να επαιτούν, όπως η παλιά αρχόντισσα των Κυδωνιών Πανωραία Χατζηκώστα, που κατάντησε να την αποκαλούν στο Ναύπλιο Ψωροκώσταινα. Ούτε περιουσίες ή χωράφια είχαν στην Ελλάδα, ούτε σπίτια (πολλοί κατοικούσαν σε σπηλιές), ούτε συγγενείς για να τους συμπαρασταθούν. Η αιώνια μοίρα των προσφύγων.

Από την ανάγνωση του κειμένου της αιτήσεως του ηρωικού παλικαριού από τις Κυδωνιές, μπορεί κανείς να κάνει μερικές ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και να ο­δηγηθεί σε κάποιες σκέψεις. Κατ’ αρχάς η αίτηση ομιλεί περί «εσωκλείστου αποδει­κτικού», από το οποίο προκύπτει η αλήθεια των περιστατικών της άλωσης του κά­στρου και περί επιβεβαιωτικής μαρτυρίας όσων παρευρέθησαν την ιστορική εκείνη στιγμή κάτω από τα τείχη του Παλαμηδιού.

Το αποδεικτικό αυτό έγγραφο υπάρχει σε επίσημο αντίγραφο, υπογράφεται από τον Γενικό Αστυνόμο Ναυπλίου και φυλάσσεται κι’ αυτό στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πρόκειται περί πιστοποιητικού που υπέγραψαν ο καπετάνιος του Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο αδελφός του Αθανάσιος Σταϊκόπουλος και δημοσιεύεται κι αυ­τό σήμερα.

Το κείμενο του έχει ως εξής:

Τη 3 Φεβρουαρίου 1823 εν Ναυπλίω

Ο το παρόν επιφέρων Μήτρος Μοσχονησιώτης Νικολάου Κυδωνιάτης εις την του Παλαμηδιού έφοδον επήδησεν πρώτος αυτός με μεγάλην ηρωικήν ανδρείαν τα τείχη, και πρώτος αυτός επήδησεν εις τας τάπιας, και εις παντοτινήν ένδειξιν της αρετής του, του εδώσαμεν το παρόν ενυπόγραφον, όπου παρρησιάζοντάς το εις την πατρίδα να λάβη τους καρπούς αναλόγως των αγώνων του, και υποσημειούμεθα

Στάικος Σταϊκόπουλος

Αθανάσιος Σταϊκόπουλος

Ότι ίσον απαράλλακτον του πρωτοτύπου τη 4 Ιουλίου 1824,

Ναύπλιον ο Γενικός Αστυνόμος Ναυπλίου (Τ.Σ.) Ν. Ευαγγελίδης



Το πιστοποιητικό έγγραφο που βεβαιώνει το ανδραγάθημα του Δημ. Μοσχονησιώτη.

Μετά και από αυτό, οι ισχυρισμοί του Μοσχονησιώτη αποδεικνύονται βάσιμοι, αφού προκύπτει ότι αυτός αναρριχήθηκε όχι μόνο στις δυο πρώτες ντάπιες αλλά και στις υπόλοιπες, γεγονός που ανεβάζει ακόμα περισσότερο το δείκτη του ηρω­ισμού του.

Δεύτερο περιστατικό που επικαλείται ο Αϊβαλιώτης αγωνιστής είναι η δελεαστική προσφορά του Στ. Σταϊκόπουλου, που του έταξε όχι μόνο πενταπλάσια λάφυρα από όσα κανονικά θα εδικαιούτο, όχι μόνο το σημαντικό ποσό των χιλίων γροσίων, αλλά και τα ίδια τα άρματα του και τις πιστόλες του. Όλα αυτά τα υπεσχέθη ο καπετάνιος τη δραματική και κρίσιμη εκείνη στιγμή, που ο Μοσχονησιώτης αποφάσιζε να εφορμή­σει επάνω στα τείχη, πρώτος και μόνος αυτός, παίζοντας τη ζωή του «κορώνα-γράμματα».

Όλοι ξέρουμε πόσο ιερά ήταν για τους αγωνιστές του 21 τα όπλα και οι πιστό­λες τους, τα οποία δεν διανοούνταν ποτέ να τα αποχωριστούν. Αυτά ήταν το καμάρι τους και η απόδειξη της λεβεντιάς τους. Συνήθως ο καλά οπλισμένος αγωνιστής, ό­πως θα ήταν ένας καπετάνιος σαν τον Σταϊκόπουλο, που οδηγούσε πάνω από 300 άνδρες στις πολεμικές επιχειρήσεις, έφερε στη ζώνη ένα ζευγάρι πιστόλες, ένα γιατα­γάνι (παραξιφίδα) και πολλές φορές και μία σπάθη. Είχε ακόμη και μία ή δύο παλά­σκες. Όλα αυτά τα άρματα ήταν πολλές φορές ασημοκέντητα και μαλαμοστόλιστα, και είχαν συχνά κερδηθεί στο πεδίο της μάχης με ανδραγαθίες. Ο Σταϊκόπουλος υπο­σχέθηκε να τα προσφέρει ως «γέρας αΐδιον» στον παράτολμο Μικρασιάτη, αναγνωρί­ζοντας εκ προοιμίου το μέγεθος του κινδύνου που αναλάμβανε.

Στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τον τρόπο με τον οποίο εκάλυπταν τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες οι αγωνιστές του 21. Τα άτακτα σώματα των επαναστατών σχηματίζονταν γύρω από ένα καπετάνιο εγνωσμένης ικανότητος και πολεμικής ανδρείας, που περιστοιχιζόταν από ένα ρευστό αριθμό στρατιωτών, οι οποίοι τον αναγνώριζαν για αρχηγό τους και τον ακολουθούσαν. Τα έξοδα της καθη­μερινής διαβίωσης τους, τη μισθοδοσία και το λιτότατο σιτηρέσιο, τα έδινε ο ίδιος ο καπετάνιος, που τα εισέπραττε από την κυβέρνηση, σε όχι τακτικά διαστήματα και μετά από πολύμηνες καθυστερήσεις. Οι ίδιοι οι αγωνιστές ήταν υποχρεωμένοι να έχουν και να συντηρούν τον ιματισμό τους, τα τσαρούχια τους και τα όπλα τους.

Τις περισσότερες φορές όμως η κυβέρνηση αδυνατούσε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Το μηνιαίο μισθό των στρατιωτών, που ανερχόταν σε 10 συνήθως γρόσια, αναγκάζονταν τότε οι καπεταναίοι να τον αντλούν φορολογώντας αυθαιρέ­τως τις κοινότητες, προκαλώντας έτσι συχνά τις αντιδράσεις των χωρικών, όπως συνέβη στην Αττική, όταν φρούραρχος των Αθηνών ήταν ο Γκούρας. Τα λάφυρα από τις μάχες και τις εκπορθήσεις των κάστρων ήταν μια οικονομική ανάσα για τους κακοπληρωμένους και στερημένους αγωνιστές. Μετά τη νικηφόρα μάχη ο κα­πετάνιος έπαιρνε ένα μεγάλο μερίδιο (κάποτε τα μισά από τα λάφυρα), υποχρεωνό­ταν όμως με αυτά να καλύπτει διάφορες ανάγκες του στρατεύματος του. Τα υπόλοι­πα τα μοίραζε στους άνδρες του ανάλογα με το βαθμό τους και την προσφορά τους.

Η φερεγγυότητα του καπετάνιου ως προς την τήρηση των υποχρεώσεων του αυ­τών ήταν ουσιώδης λόγος για τη βιωσιμότητα του στρατιωτικού του σχηματισμού. Καπετάνιος που δεν εξασφάλιζε τη μισθοδοσία και δεν φρόντιζε τις ανάγκες των αν­δρών του, έβλεπε το ασκέρι του να φυλλορροεί και τα παλικάρια του να του φεύγουν για να ενταχθούν στα σώματα άλλων αρχηγών. Άλλωστε η έννοια της πειθαρχίας ήταν σχεδόν άγνωστη στα επαναστατικά στρατεύματα και η εγκατάλειψη ενός στρα­τιωτικού σχηματισμού δεν εθεωρείτο λιποταξία. Κάπως καλύτερα ήταν τα πράγματα στον τακτικό στρατό που δημιούργησε ο Δημ. Υψηλάντης στην Καλαμάτα από τις αρχές της Επανάστασης, με πρώτο διοικητή τον φιλέλληνα Μπαλέστρα.

Μετά από αυτά η πικρία του Μοσχονησιώτη για την παραγνώριση του ήταν δικαιο­λογημένη. Όχι μόνο δεν είχε πάρει τα λίγα γρόσια που έπρεπε να του δώσει ο άλλος καπετάνιος για τους 7 μήνες που είχε προηγουμένως αγωνιστεί με το ασκέρι του, αλλά και ο επόμενος καπετάνιος του, ο Σταϊκόπουλος, δεν του έδωσε ποτέ «ουδ’ οβολόν» για τους 11 μήνες που διατέλεσε υπαξιωματικός του. Συνάγουμε δε ότι ήταν υπαξιωματικός, διότι αναφέρει ότι αυτός και οι δέκα σύντροφοι του δεν εισέ­πραξαν από τα λάφυρα παρά μόνον 100 γρόσια (αν διαβάζουμε καλά το δυσανά­γνωστο αριθμό αυτό).

Οι δέκα αγωνιστές αποτελούσαν μια μάγκα (ενωμοτία) και ο επικεφαλής τους, ο μάγκατζης, ήταν ο Δημ. Μοσχονησιώτης, Όσο για τα υπόλοιπα που ο Σταϊκόπουλος γενναιόδωρα του είχε τάξει, φαίνεται, αν πιστέψουμε τον Μοσχονησιώτη, ότι αυτός ανέβαλε διαρκώς να εκπληρώσει τα υπεσχημένα και τον παρέπεμπε στην κυβέρνηση (τη Σεβαστή Διοίκηση), η οποία εκώφευε από τότε, όπως συχνά κωφεύει μέχρι σήμερα σε ανάλογες περιπτώσεις.

Απευθυνόμενος προς τη Σεβαστή Διοίκηση ο Μοσχονησιώτης, μετά την αποτυ­χία των διαβημάτων του προς τον Σταϊκόπουλο, δεν ζητάει παρά αορίστως κάποιο πόρο για να θρέψει τον εαυτό του και την οικογένεια του, η οποία Κύριος οίδε υπό ποίας συνθήκας θα ζούσε, ίσως μέσα στο ίδιο το Ναύπλιο. Τολμά μάλιστα να ζητάει και κάποιο βαθμό, που φαίνεται ότι μέχρι τότε οι αρμόδιοι του Υπουργείου Πολέ­μου της Επανάστασης είχαν ξεχάσει να του απονείμουν.

Η παράλειψη αυτή νομίζουμε ότι είναι σοβαρότερη. Οι βαθμοί απενέμοντο τότε αφειδώς και χωρίς να αντιπροσωπεύουν πάντα την αξία και την προσφορά του προαγόμενου. Κριτήριο της προαγωγής του αγωνιστή δεν ήταν πάντοτε η αγωνιστική του δράση. Ήταν συχνά οι φιλικές σχέσεις του με τους στρατηγούς και τους αρμόδιους του Υπουργείου Πολέμου, οι πολιτικές και τοπικιστικές συμ­μαχίες, και βεβαίως η καταγωγή του από κάποια γνωστή οικογένεια κοτζαμπάσηδων ή πολεμαρχών.

Ο ατυχής Μοσχονησιώτης δεν θα είχε στο Ναύπλιο στηρίγματα πολιτικά ή στρατιωτικά, σαν πρόσφυγας και ετερόχθονας που ήταν, και φυσικό ήταν να τον αγνοούν στις αλλεπάλληλες και γενναιόδωρες προαγωγές στις οποίες αθρόως προ­έβαινε το Υπουργείο Πολέμου, αν κρίνουμε από τα σωζόμενα σχετικά έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Χαρακτηριστικό της ευκολίας με την οποία απεδίδοντο οι βαθμοί είναι ότι, όταν ο Καποδίστριας επιθεώρησε τον τακτικό στρατό στα Μέθανα και παρατήρη­σε έκπληκτος ότι ο αριθμός των αξιωματικών του τακτικού στρατού ήταν πολύ μεγαλύτερος από τους απλούς στρατιώτες, ο Φαβιέρος του απάντησε, και δικαί­ως, ότι «οι προαγωγές ήταν οι μόνες αμοιβές για τις εκδουλεύσεις των στρατιωτι­κών προς την πατρίδα, αφού τον περισσότερον καιρόν υπηρετούν αμισθί και χωρίς μάλιστα να καταπιέζουν τους αμάχους για να πορισθούν τροφές, χρήματα κ.λ.π.».****

Αν αυτά παρετηρούντο στον τακτικό στρατό που διοικούσε ο Φαβιέρος, στα άτακτα σώματα των καπεταναίων και των οπλαρχηγών η απονομή των βαθμών δεν ήταν πάντοτε υπόδειγμα αμεροληψίας.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής παρατηρεί τα εξής: «Τα διπλώματα κατ’ εκείνην την εποχήν εδόθησαν με τόσην αφθονίαν χωρίς τινός διακρίσεως, ώστε κατήντησε το έθνος να έχη υπέρ τας 12 χιλιάδας αξιωματικούς, εκ των οποίων πολλοί προεβιβάσθησαν εις βαθμούς στρατηγίας, αντιστρατηγίας, χιλιαρχίας, υποχιλιαρχίας μέχρι εικοσιπενταρχίας, χωρίς ποτέ να ρίψωσιν ουδέ καν ένα τουφέκι εις τας κατ’ εχθρών γενομένας μάχας».

Για τις αθρόες απονομές βαθμών ευθύνονται βεβαίως ο φατριασμός, ο παραγοντισμός και οι τοπικιστικές προτιμήσεις, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά ο Μάρκος Μπότσαρης όταν, την παραμονή της μάχης στο Κεφαλόβρυσο της Ευρυτανίας, όπου σκοτώθηκε ηρωικά μαχόμενος, έσχισε επιδεικτικά το δίπλωμα του στρατηγού. Χαρα­κτηριστικό της κατάχρησης απονομής βαθμών είναι ότι μόνο τα ονόματα των Μανια­τών στρατηγών και αντιστράτηγων ξεπερνούσαν συνολικά τους σαράντα! Φυσικό ήταν λοιπόν να αισθάνεται πικρία και παραγκωνισμό ο ήρωας του Παλαμηδιού.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, που ήρθε από το κατεστραμμένο Αϊβαλί να αγωνι­στεί για την Ελλάδα, μάταια περίμενε δυόμιση χρόνια, από τον καπετάνιο του πρώ­τα κι’ από την επαναστατική κυβέρνηση ύστερα, να αναγνωρίσουν (να «γνωρίσουν» όπως γράφει η αναφορά του) το ηρωικό του τόλμημα, να τηρήσουν τουλάχιστον τα υπεσχημένα. Μετά από την αίτηση – αναφορά που υπέβαλε στις 15 Μαρτίου 1825 τα αβέβαια ίχνη του χάνονται.

Το Ναύπλιο που αναπνέει την ελευθερία του εδώ και σχεδόν δυο αιώνες μετά την άλωση του Παλαμηδιού, ετίμησε δικαίως, τον Στάικο Σταϊκόπουλο με το άγαλ­μα που του έστησε στην ομώνυμη πλατεία του.

Δεν ξέχασε όμως ούτε τον Δημήτριο Μοσχονησιώτη, στον οποίο έχει αφιερώσει μια οδό στο όνομα του, ενώ μια εντοιχισμένη αναμνηστική πλάκα επάνω στο Παλα­μήδι, παρά το σφάλμα του μικρού του ονόματος (τον αποκαλεί Νικόλαο αντί Δημή­τριο) θα υπενθυμίζει πάντα το ηρωικό κατόρθωμα του παλικαριού από τις Κυδωνι­ές της Μικράς Ασίας.

Υποσημειώσεις

* Οι συνωνυμίες είναι πολλές στις καταστάσεις των Μικρασιατών αγωνιστών. Τούτο διότι πολλοί απεκαλούντο με επίθετο πατριδωνυμικό που εξελισσόταν σε επώνυμο. Έτσι απαν­τάται συχνότατα το επίθετο Αϊβαλιώτης ή Κυδωνιάτης, Σμυρναίος, Περγάμαλης, Κουσαντιανός (από το Κουσάντασι), Τραπεζανλής (από την Τραπεζούντα) κ.λ.π. Με το επίθετο Μοσχονησιώτης υπάρχουν αρκετοί αγωνιστές, που το επίθετο τους μαρτυρεί το γεγονός ότι ήλθαν στην επαναστατημένη Ελλάδα από τα Μοσχονήσια, συστάδα μικρών νήσων που βρίσκονταν μπροστά από το λιμάνι των Κυδωνιών (αρχαία Εκατόννησος). Με το μικρό όμως όνομα Δημήτριος και με επίθετο Μοσχονησιότης ο γράφων μόνο δύο αγωνιστές κατόρθωσε να εντοπίσει.

** Από τους πέντε αδελφούς Πίσσα οι Νικόλαος και Παναγιώτης έπεσαν μαχόμενοι, ο μεν Νικόλαος αγωνιζόμενος κατά του Δράμαλη στα 1822, ο δε Παναγιώτης στην εκστρατεία της Καρύστου το 1826. Αξιοσημείωτο είναι ότι στο ηρωικό εγχείρημα διάσπασης της πο­λιορκίας και ανεφοδιασμού με πυρομαχικά των πολιορκουμένων στην Ακρόπολη των Α­θηνών στις 30/11/1826 ο επικεφαλής του ενός από τα τρία τάγματα Αϊβαλιώτης Ευστρά­τιος Πίσσας είχε συμπεριλάβει και τους δύο άλλους μόνους επιζώντας αδελφούς του, τον Αθανάσιο και τον Δημήτριο στη δύναμη του τάγματος του. Ο Φαβιέρος έκπληκτος τον κάλεσε να εξαιρέσει έναν, τον μικρότερο. «Πρέπει», του είπε, «τουλάχιστον αυτός, να μη μετάσχει στο παρακινδυνευμένο τόλμημα, ώστε να μείνει κάποιος γιος για να περιθάλπει τους γέροντες γονείς σας». Κανένας όμως δεν δέχθηκε να αποχωρήσει! (Παρασκευαΐδη Φ ι λ. Επικήδειος εις τον Ευστράτιον Πίσσαν, Εφημ. Ακρόπολις της 3/1/1885).

*** Επέδειξε τέτοια αγριότητα κατά των Τούρκων στην άλωση της πόλης αυτής, ώστε περιέπε­σε στη δυσμένεια του Δημ. Υψηλάντη (Εγκυκλ. Λεξικό Ηλίου, λήμμα Αϊβαλιώτης Κων/ νος).   

**** Β υ ζ ά ν τ ι ο ς Χ p., ο.π., σελ. 155 . – Δείγμα της κατάστασης αυτής μας δίνει και ο τότε ταγματάρχης του τακτικού στρατού Ευστρ. Πίσσας «Μετά την εις Μέθανα άφιξίν μας ….ήσχολήθην κατά χρέος εις την κατάλληλον τοποθέτησιν των διαφόρων λόχων , την εξάσκησιν αυτών δις της ημέρας και εις διατήρησιν της αυστηροτέρας πειθαρχίας, καίτοι μη λαμβανό­ντων των στρατιωτών ούτε μισθούς, ούτε σιτηρέσιον, ειμή μόνον ξηρόν άρτον». Πίσσα Ευστρατίου., Απομνημονεύματα, (στα Άπαντα των Γ.Α.Κ., τόμ. 14-15 του Διαμαντή Κωνστ., Αθήναι 1992, σελ. 272).

 

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ