Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ (Ο μικρός Γιωβάν από τα Μυστικά του Βάλτου)

Ο Θεόδωρος Ανδρεάδης γεννήθηκε στο χωριό Κοπανός[1] της Ημαθίας, την ημέρα των Αγίων Θεοδώρων το 1898. Ήταν γιος του Βασιλείου Ανδρεάδη και της Χάιδως Θεοδωρίδη.

Το 1904, λόγω της προσχωρήσεως του πατέρα του στο Ελληνικό ανταρτικό σώμα του Παύλου Μελά, οι κομιτατζήδες κατέστρεψαν το Κοπανό και αφού σκότωσαν την μητέρα του και την γιαγιά του, τον πήραν για δουλοπαίδι για να βόσκει τα πρόβατα του Βούλγαρου κομιτατζή Άγγελ Πέιο. Εκεί τον φώναζαν «Γιωβάν» και τον κακομεταχειρίζονταν. Όπως γράφει ο Τάκης Παπαθανασίου: «είχε συνηθίσει σε κάθε είδους πονηριές για να προφυλάγεται από την μανία του Άγγελ Πέιο, που συχνά τον έδερνε.»[2]

Το 1906, κατόρθωσε να δραπετεύσει, με την βοήθεια ενός παιδιού από το χωριό Γιδά[3], του Αποστόλη. Έκτοτε, συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα ως πληροφοριοδότης και αγγελιοφόρος. Παράλληλα, ετέθη υπό την προστασία της Μακεδονομάχου δασκάλας Ηλέκτρας Δράκου[4] στο χωριό Ζορμπάς[5]. Όπως γράφει ο Τάκης Παπαθανασίου: «Το μίσος του για τους Βουλγάρους ήταν φανερό και στο άκουσμά τους άστραφτε από θυμό το προσωπάκι του… Ήθελε να εκδικηθεί, καθώς έλεγε συχνά, τον άτιμο κομιτατζή, μα ήταν μικρός ακόμα.»[6]

Το 1906, λόγω του ότι οι Βούλγαροι ετοίμαζαν επίθεση[7] με ορμητήριο το χωριό Μπόζετς[8], ο «Γιωβάν» έλαβε αποστολή να μεταφέρει ένα γράμμα του καπετάν Νικηφόρου[9] στον Έλληνα Πρόξενο της Θεσσαλονίκης, Λάμπρο Κορομηλά[10], προκειμένου να ληφθούν δραστικά μέτρα[11]. Αν και δεν κατόρθωσε να φθάσει στην Θεσσαλονίκη, μέσω σιδηροδρόμου Πλατέος[12], κατόρθωσε να στείλει το γράμμα στον Έλληνα Πρόξενο[13], μέσω ενός σιδηροδρομικού υπαλλήλου, ονόματι Χρήστου[14].

Τον Ιανουάριο του 1907, η Ηλέκτρα Δράκου, επειδή οι Βούλγαροι την φοβέριζαν στην προσπάθειά τους να τη διώξουν από το χωριό Ζορμπάς[15], άφησε για ασφάλεια τον «Γιωβάν» στον καπετάν Νικηφόρο, ο οποίος, με την σειρά του, ανέθεσε την φροντίδα του στην Μακεδονομάχο δασκάλα Ευθαλία στο Μπόζετς[16]. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο πατέρας του «Γιωβάν», Βασίλειος Ανδρεάδης[17], ο οποίος είχε ενταχθεί στο σώμα του καπετάν Νικηφόρου, μόλις αντίκρισε τον γιο του, δεν τον αναγνώρισε και, επειδή είχε μίσος απέναντι στους Βουλγάρους, τον αποκαλούσε «Βουλγαράκι»[18].

Όταν το ελληνικό σώμα του καπετάν Νικηφόρου επιτέθηκε στην βουλγαρική συνοικία του Μπόζετς, η Ευθαλία, γνωρίζοντας την αντίδραση των Τούρκων[19], παρέδωσε τον «Γιωβάν» στον Αποστόλη, ο οποίος τον πήρε μαζί του στον Βάλτο των Γιαννιτσών[20]. Ύστερα, ο «Γιωβάν» δόθηκε εκ νέου στην Ηλέκτρα Δράκου, η οποία, μετά την νοσηλεία της στην Θεσσαλονίκη, μετατέθηκε στο Μπόζετς.

Από τον Ιούνιο του 1907 και πέρα, δεν υπάρχει άλλη ιστορική αναφορά γι’ αυτόν. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι τελικά ο πατέρας του τον αναγνώρισε[21].

Πηγές

  1. Δέλτα Πηνελόπης Στεφ., Στα μυστικά του Βάλτου, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2022.
  2. Δεμέστιχας Ιωάννης, Ο Μακεδονομάχος Ναύαρχος Ιωάννης Ν. Δεμέστιχας (1882 – 1960), Εκδόσεις Νέα Θέσις, Αθήναι Δεκέμβριος 2012.
  3. Μαστέλλου-Γιαννάκενα Ελίνα, Ο Παύλος Μελάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908), Ο σκοπός του και οι ήρωές του, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Αθήνα 2018.
  4. Οικονόμου Παντελή, Παιδιά ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα στο Μακεδονική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότης, Χρονικά, Τόμος Στ΄, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 201 – 202.
  5. Μόδη Γεωργίου Χρ., Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967.
  6. Μπρούμπα Νίκης Σάββα, Δασκάλες στον Μακεδονικό Αγώνα και η Προσφορά τους, Διπλωματική Εργασία στο Τμήμα Ποιμαντικής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.), Θεσσαλονίκη 2015.
  7. Παπαθανασίου Τάκη, Tα «παιδιά» στον Μακεδονικό Αγώνα, Μακεδονικό Ημερολόγιο 1962 Εικονογραφημένον, Νικόλαος Α. Σφενδόνης (ανθολόγος) Καθηγητής Φιλολογίας, Ιδιωτική Έκδοσις, Αθήνα 1962, σελ. 299 – 304.
  8. Τιμοθεάδη Τιμοθέου, Μακεδονικός Αγώνας. Απομνημονεύματα Γρηγορίου Δημόπουλου. Στη λίμνη Γιαννιτσών και στη γύρω περιοχή στη Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη 1994.

[1] Το χωριό Κοπανός της Ημαθίας ιδρύθηκε την περίοδο της Ρωμανίας, με το όνομα Κοπανός ή Άνω Κοπανός. Βρίσκεται στην θέση της αρχαίας Μίεζας ή «Ιερό των Νυμφών», το οποίο ήταν ο ιερός χώρος της αρχαίας Μακεδονίας, όπου ο Αριστοτέλης δίδαξε τον Μέγα Αλέξανδρο μεταξύ 343 π.Χ.- 340 π.Χ. καθ’ υπόδειξιν του πατέρα του Φιλίππου. (Πηγή: Ιστορία – Κοπανός | https://kopanos-imathias.blogspot.com/p/blog-page.html)

[2] Παπαθανασίου Τάκη, Tα «παιδιά» στον Μακεδονικό Αγώνα, σελ. 302.

[3] Σημερινή Αλεξάνδρεια Ημαθίας.

[4] H Ηλέκτρα Δράκου καταγόταν από την Κατερίνη της Πιερίας και φοίτησε στο Παρθεναγωγείο. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον πατέρα της, όταν εκείνη βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. (Πηγή: Διπλωματική Εργασία της Μπρούμπα Νίκη με θέμα: Δασκάλες στον Μακεδονικό Αγώνα και η προσφορά τους, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 70.)

[5] Σημερινό χωριό Μεγάλο Μοναστήρι Γιαννιτσών.

[6] Παπαθανασίου Τάκη, Tα «παιδιά» στον Μακεδονικό Αγώνα, σελ. 302.

[7] ο. π.

[8] Σημερινό χωριό Άθυρα της Πέλλας.

[9] Ο Ιωάννης Δεμέστιχας (Αθήνα 1882 – Μαρούσι 1960) εισήλθε στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1896. Το 1900, απεφοίτησε ως σημαιοφόρος και λίγο αργότερα συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα, ως αρχηγός Ελληνικού ανταρτικού σώματος, με το ψευδώνυμο Καπετάν Νικηφόρος. Επίσης, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912 – 1913, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντιναυάρχου το 1945. Είχε τιμηθεί μεταξύ άλλων με τον Πολεμικό Σταυρό Β΄ και Γ΄. (Πηγή: Δεμέστιχας Ιωάννης, Ο Μακεδονομάχος Ναύαρχος Ιωάννης Ν. Δεμέστιχας (1882 – 1960), Εκδόσεις Νέα Θέσις, Αθήναι Δεκέμβριος 2012, σελ. 12.)

[10] Ο διπλωμάτης Λάμπρος Κορομηλάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1856 και ήταν ένα από τα τρία παιδιά του Ανδρέα Κορομηλά και της Μαρίας Πιτσιπιού. Όμως, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον Χατζόπουλο-Χατζηανέστη και απέκτησε άλλα δύο παιδιά, τον Γεώργιο (μετέπειτα γνωστό αρχιστράτηγο στη Μικρά Ασία και έναν από τους έξι που εκτελέστηκαν από τους κινηματίες της Χίου) και την Αικατερίνη, μετέπειτα σύζυγο του Άγγλου αντιβασιλέα των Ινδιών, φιλέλληνα και ευεργέτη του Μακεδονικού Αγώνα Εδουάρδου Λω. Ο Λάμπρος Κορομηλάς συμμετείχε στην Κρητική Επανάσταση του 1896 και στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, όντας Γενικός πρόξενος στο Ελληνικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης, υπήρξε οργανωτής και συντονιστής των ελληνικών αντάρτικων Σωμάτων και γενικά του Μακεδονικού Αγώνα στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Το 1906 όμως, η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση των Τούρκων, αναγκάστηκε να τον ανακαλέσει στην Αθήνα και να τον διορίσει πρεσβευτή στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ωστόσο, η δράση του Κορομηλά στον Μακεδονικό Αγώνα συνεχίστηκε, έστω και με άλλη μορφή, μέχρι το 1910. Απεβίωσε από καρδιακή προσβολή στην Νέα Υόρκη το 1923, όπου είχε εγκατασταθεί. (Πηγές: Μαστέλλου-Γιαννάκενα Ελίνα, Ο Παύλος Μελάς και ο Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908), Ο σκοπός του και οι ήρωές του, Εκδόσεις Πελασγός Ιωάννου Χρ. Γιαννάκενα, Αθήνα 2018 και Παμμακεδονικός Σύλλογος, Μακεδονικό Ημερολόγιο 1909, Επιτηρίς Μακεδόνων εν Αθήναις.)

[11] Παπαθανασίου Τάκη, Tα «παιδιά» στον Μακεδονικό Αγώνα, σελ. 300.

[12] ο. π.

[13] ο. π., σελ. 302 – 303.

[14] ο. π., σελ. 303.

[15] Τιμοθεάδη Τιμοθέου Ι., Μακεδονικός Αγώνας. Απομνημονεύματα Γρηγορίου Δημόπουλου. Στη λίμνη Γιαννιτσών και στη γύρω περιοχή στη Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 56.

[16] Τιμοθεάδη Τιμοθέου Ι., Μακεδονικός Αγώνας. Απομνημονεύματα Γρηγορίου Δημόπουλου. Στη λίμνη Γιαννιτσών και στη γύρω περιοχή στη Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 66.

[17] Ο Βασίλειος Ανδρεάδης, μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά, είχε καταφύγει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου εργάσθηκε ως κηπουρός στην οικία του Αιγυπτιώτη Έλληνα Γεωργίου Βασιωτάκη. Το 1907, θέλοντας να εκδικηθεί για το ξεκλήρισμα της οικογένειάς του, αποφάσισε να επιστρέψει στην Μακεδονία, συνοδευόμενος από τον Δημήτριο (Μήτσο) και τον Περικλή Βασιωτάκη, γιο και ανιψιό του Γεωργίου Βασιωτάκη αντίστοιχα.

[18] Τιμοθεάδη Τιμοθέου Ι., Μακεδονικός Αγώνας. Απομνημονεύματα Γρηγορίου Δημόπουλου. Στη λίμνη Γιαννιτσών και στη γύρω περιοχή στη Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 57.

[19] ο. π., σελ. 66.

[20] ο. π.

[21] ο. π., σελ. 74. βλ. και Οικονόμου Παντελή, Παιδιά ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα, σελ. 202. Στα Μυστικά του Βάλτου αναφέρονται για τον «Γιωβάν» τα εξής, χωρίς, όμως, να έχουν επιβεβαιωθεί: στις 3 Ιουνίου 1907, ο «Γιωβάν», ακολουθώντας κρυφά τον καπετάν Άγρα, προσπάθησε να τον σώσει από τους κομιτατζήδες, αλλά ο κομιτατζής Ζλατάν τον κλώτσησε, με αποτέλεσμα να σπάσει το ραχοκόκκαλό του και να κατρακυλήσει στην ρεματιά. Εκεί τον βρήκαν ο Αποστόλης από τον Γιδά και ο Βασίλειος Ανδρεάδης, ο οποίος αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον χαμένο του γιο από μια ελιά στην πλάτη του. Ο «Γιωβάν» μεταφέρθηκε στην οικία μιας Ναουσαίας, όπου, όμως, παρά την προσπάθειες όλων, δεν κατόρθωσε να γιατρευτεί και απεβίωσε από εσωτερική αιμορραγία σε λίγες ημέρες.


https://evaggelialappa.gr/modern-history/theodoros-andreadis

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Ο ΜΕΣΣΗΝΙΟΣ 18ετής ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ (1887 - 1958)

(αφιερωμένο στον θείο μου Θεόδωρο, γιο του Μακεδονομάχου Ιωάννη Χριστόπουλου) 

Γράφει ο Ιωάννης Β. Δασκαρόλης (συμπλήρωμα του αρχικού άρθρου του Χρήστου Ζερίτη)Οπλαρχηγός στον Μακεδονικό Αγώνα σε ηλικία 18 ετών

Ο Ιωάννης Χριστόπουλος γεννήθηκε στο Λουτρό Οιχαλίας του νομού Μεσσηνίας στις 6 Οκτωβρίου 1887. Είναι καταχωρημένος με αριθ. Δημοτολογίου 4/1887. Η έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908)  τον βρήκε σε ηλικία 17 ετών. Ενθουσιώδης, όπως περιγράφεται ότι ήταν, φεύγει από το χωριό του τον Απρίλιο του 1904 και στα μέσα του Μαΐου του ίδιου έτους βρίσκεται στη Δυτική Μακεδονία όπου αμέσως ξεχώρισε για τι ικανότητες και την τόλμη του. Το 1905 πήρε το ψευδώνυμο "καπετάν Βουρκάνος" χρησιμοποιώντας το όνομα της ομώνυμης Μονής στο όρος Ιθώμη Μεσσηνίας.

 Κατόπιν ο Χριστόπουλος έδρασε στη περιοχή των Καστανοχωρίων της Δυτικής Μακεδονίας, λαμβάνοντας μέρος στις μάχες του Ψέλτσικο, της Ασπροκκλησιάς, της Αγίας Τριάδος και του Επταχωρίου όπου και διακρίθηκε. Τον Οκτώβριο του 1905 εντάχτηκε στο σώμα του, εκ Μάνης καταγόμενου, Αντωνίου Βλαχάκη ή καπετάν Λίτσα. 

Η Μάχη της Οσνίτσανης (7 Μαΐου 1906)

Στις 4 Μαΐου 1906, ο οπλαρχηγός  Βλαχάκης έλαβε σήμα από το κέντρο Μοναστηρίου (Ίων Δραγούμης) να προσβάλλει το χωριό Οσνίτσανη (Καστανόφυτο), καθώς εκεί βρισκόταν εγκατεστημένη ομάδα κομιτατζήδων και το χωριό είχε προσχωρήσει στην Εξαρχία.[1]  Ο Βλαχάκης προσήλθε αμέσως στην τοποθεσία με όλη τη δύναμη του που ήταν 85 ένοπλοι χωρισμένοι σε πέντε διμοιρίες, ενώ ο οπλαρχηγός Ιωάννης Χριστόπουλος ήταν επικεφαλής της 4ης διμοιρίας. Στις 6 Μαΐου όλη η δύναμη βρισκόταν στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου όπου καταστρώθηκε το σχέδιο δράσης από τον Βλαχάκη και τον υπαρχηγό του Λεωνίδα Πετροπουλάκη.

Οι κομιτατζήδες είχαν διαιρέσει τις δυνάμεις τους σε δύο τμήματα, το ένα βρισκόταν στο χωριό Έζερετς (σημερινό Πετροπουλάκη), αλλά η κύρια ομάδα τους βρισκόταν στην Οσνίτσανη, έχοντας οχυρές θέσεις με επικεφαλής τον αρχικομιτατζή Μήτρο Βλάχο που ήταν ο μεγάλος τους αντίπαλος στην περιοχή. Η σκέψη των Ελλήνων οπλαρχηγών ήταν να κάνουν μια σειρά από παραπλανητικές επιθέσεις, αλλά η κύρια ενέργεια επίθεσης στην Οσνίτσανη να γίνει από τους Βλαχάκη και Πετροπουλάκη με μια επίλεκτη ομάδα οπλιτών τους, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις μικρές ομάδες (διμοιρίες) θα κύκλωναν το Έζερετς ώστε να αποτρέψουν το εκεί τμήμα να ενισχύσει την Οσνίτσανη.   


Η μάχη εξελίχθηκε από την αρχή άσχημα για τα ελληνικά όπλα, καθώς την Οσνίτσανη υπερασπίζονταν 100 Βούλγαροι κομιτατζήδες οχυρωμένοι σε μια αποθήκη στην άκρη του χωριού. Ο Βλαχάκης βλέποντας τις δυσκολίες της επίθεσης προσπάθησε να τοποθετήσει μια βόμβα στην αποθήκη αλλά την κρίσιμη στιγμή έγινε αντιληπτός, πυροβολήθηκε και δεν μπόρεσε να πλησιάσει εγκαίρως και η βόμβα έσκασε στα χέρια του. Θανάσιμα τραυματισμένος μεταφέρεται έξω από το χωριό, όπου λίγο πριν ξεψυχήσει δίνει εντολές για ανανέωση της επίθεσης. Μετά την επανάληψη της ελληνικής επίθεσης, οι κομιτατζήδες του χωριού κατάφεραν να διαφύγουν και τα ελληνικά τμήματα επικεντρώθηκαν στο Έζερετς προσπαθώντας να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατο του αρχηγού τους.

Οι Έλληνες έκαψαν το χωριό και σκότωσαν όσους κομιτατζήδες δεν κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά το γεγονός που επιδείνωσε ραγδαία την κατάσταση ήταν η ξαφνική παρουσία ενός ισχυρού τμήματος τουρκικού στρατού (750 ένοπλοι) που κλήθηκαν από τους κομιτατζήδες και επιτέθηκαν στις ελληνικές θέσεις. Ο Πετροπουλάκης έπεσε επί τόπου ηρωικώς μαχόμενος, ενώ όλες οι ελληνικές μονάδες είχαν βαριές απώλειες. Τα ελληνικά τμήματα κατάφεραν να απαγκιστρωθούν αποκομίζοντας και τους νεκρούς τους, αλλά ακολούθησε και η καταδίωξή τους που τους ανάγκασε να καταφύγουν στα ορεινά και να καταπονηθούν περαιτέρω.

Η δραματική αυτή μάχη διήρκεσε 8 ώρες. Όλη η σφοδρότητα της σύγκρουσης αντικατοπτρίζεται στις ελληνικές απώλειες: 24 νεκροί και 11 τραυματίες, ανάμεσα τους βαριά τραυματισμένος και ο Ιωάννης Χριστόπουλος (Καπετάν Βουρκάνος). Οι νεκροί κομιτατζήδες είναι 9, ενώ οι Τούρκοι είχαν 138 νεκρούς οπλίτες εκ των οποίων 6 αξιωματικοί και 38 τραυματίες. Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι κατά τη μάχη αυτή βλήθηκαν 50 με 55 χιλιάδες φυσίγγια· αριθμός που φανερώνει το πείσμα των αγωνιζομένων και τη σφοδρότητα της σύγκρουσης. Το σχεδόν διαλυμένο τμήμα οδηγήθηκε στην ελληνόφωνη ζώνη της περιοχής για να ξεκουραστεί και να ανεφοδιαστεί, ενώ οι τραυματίες στάλθηκαν στην Ελλάδα. Τα νέα της μάχης συντάραξαν το πανελλήνιο και δεν ήταν ούτε μάταιη ούτε ήσσονος σημασίας για την έκβαση του Μακεδονικού Αγώνα. Αντίθετα, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την έκβασή του τουλάχιστον στον κρίσιμο ορεινό όγκο των Καστανοχωρίων, όπου ο συντονισμός του αγώνα συναντούσε πολλές δυσχέρειες για την ελληνική πλευρά λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής τους από το Μοναστήρι και τη Θεσσαλονίκη. 

Ιωάννης Χριστόπουλος με τον βαθμό 
του Λοχαγού 

Η μετέπειτα στρατιωτική σταδιοδρομία του Χριστόπουλου και η οικογενειακή του ζωή.

Ο Ιωάννης Χριστόπουλος μετά τη μάχη της Οσνίτσανης γύρισε στο χωριό του. Τρία χρόνια περίπου έμεινε εκεί για να αποθεραπευτεί από τα τραύματά του και για να ξεκουραστεί από τις κακουχίες της 2ετούς παραμονής του στο μέτωπο της Μακεδονίας. Παντρεύτηκε την Αναστασία Αντωνοπούλου και απέκτησε 12 παιδιά.

 Από το 1909 μπαίνει στις τάξεις του Στρατού λαμβάνοντας τον βαθμό του δεκανέα, λόγω της δράσης του αναδρομικά. Ακολούθως έγινε Λοχίας το 1911 και Ανθυπασπιστής το 1913 λόγω της ηρωικής δράσης του στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το 1917 προήχθη σε Λοχαγό ενώ εν τω μεταξύ είχε μεταπηδήσει στο πυροβολικό  και με αυτό τον βαθμό πολέμησε στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Ο Εθνικός διχασμός δεν άφησε ανεπηρέαστο τον Χριστόπουλο που είχε ταχθεί με το μέρος του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Έτσι τον Οκτώβριο του 1920 εκτοπίστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στα Επτάνησα διότι κρίθηκε επικίνδυνος για την δημόσια τάξη. Επανήλθε αμέσως μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και τον εκλογικό θρίαμβο των αντιβενιζελικών και στα μεσοπολεμικά χρόνια έφτασε  μέχρι το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη το 1930 και αποστρατεύτηκε το 1935.

 Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1958, η μνήμη του όμως έμεινε ζωντανή χάρις στους συγχωριανούς του και τα παιδιά του, ενώ το όνομά του κοσμεί το μνημείο Μακεδονομάχων της Καλαμάτας.

Πηγές

http://taygetos-zeritis.blogspot.com/2012/10/blog-post_9354.html

ΓΕΣ, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, ΔΙΣ, Αθήνα 1979.

Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, ΕΜΠΡΟΣ.

Επίμετρον του ερευνητή Χρήστου Ζερίτη για την έρευνά του για τον Ιωάννη Χριστόπουλο (5.8.2003).

 Ευχαριστώ για τη βοήθεια τον κ. Μίμη Φερέτο, τον κ. Θεόδωρο Μπρεδήμα, τον κ. Αντώνιο Μπούνα , την κ. Ελένη  Νικ. Ζερβή από την Καλαμάτα. Ευχαριστώ επίσης και τον κ. Μιχαηλίδη από το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στη Θεσσαλονίκη, πολύτιμο αρωγό στην προσπάθεια εύρεσης στοιχείων από τις περιοχές που έδρασε ο Ιωάννης Χριστόπουλος.-

    Σε ένα μικρό βιβλίο, φωτοτυπία του οποίου μου προμήθευσε ο αειθαλής φιλίστωρ - ερευνητής Μίμης Φερέτος, μέσω του σεβαστού μου κ. Θεόδωρου Μπρεδήμα, με τίτλο «Άγραφες Ιστορίες» που εκδόθηκε το 1925 με συγγραφέα τον εξ Οιχαλίας ιατρό Σπύρο Γ. Τασιόπουλο, μεταξύ των διαφόρων σπουδαίων αφιερωμάτων σε εθνικούς αγωνιστές, υπάρχει και ένα αφιερωμένο στον καπετάν Βουρκάνο. Ο συγγραφέας ήταν σύγχρονος του Ιωάννη Χριστόπουλου και είχε σαφείς και ασφαλείς, από πρώτο χέρι ίσως, πληροφορίες για τη δράση του. Όσο και να είναι διακριτές κάποιες ολοφάνερες φιλολογικές υπερβολές, εν τούτοις φαίνεται ότι ο Μακεδονομάχος Ι. Χριστόπουλος υπήρξε σπουδαία προσωπικότητα. 

Γράφει : …….τόσιν σύνεσιν και θάρρος, τόσην τόλμην και ανδρείαν , τόσην αντοχήν και υπομονήν, τόσην ψυχραιμίαν και  τόσην γενναιότητα και αυταπάρνησιν επέδειξεν καθ΄ όλην τη περίοδον του Μακεδονικού Αγώνος ο καπετάν Βουρκάνος, που καμμία επιχείρησις, καμμία απόφασις και κανένα συμβούλιο δεν εγένετο ποτέ χωρίς να ακουσθεί η γνώμη του………..λίγοι σαν τον Χριστόπουλο δούλεψαν για την Πατρίδα και λίγοι  σαν τον καπετάν Βουρκάνο δουλέψανε για τον Μακεδονικό Αγώνα…..το ποιός ήταν, το που επολέμησε και το πώς ηγωνίσθη  ο καπετάν Βουρκάνος, τόσον κατά την εισβολήν του όσο και κατά την εν τη Μακεδονία παραμονή του, τούτο μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, όσοι τον είδαν και όσοι έτυχε να συμπολεμήσουν μαζί του…..».

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ : Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΠΟΥ ΕΚΑΨΑΝ ΖΩΝΤΑΝΗ ΟΙ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΕΣ

ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΘΥΣΙΑ ΤΗΣ…
 
Μιά μόλις μέρα μετά την δολοφονία του Παύλου Μελά, στις 14 Οκτωβρίου του 1904… και η ελληνική παράδοση καταγράφει με το παράκάτω δημώδες και γλαφυρό ποιήμα την θυσία της:
.
–
Παιδιά μου , γιατί χύνεται δάκρυα με τόση λαύρα 
κι όλα φοράτε μαύρα στο έρμο αυτό σχολειό ;
– Έκαψαν τη δασκάλα μας Βούλγαροι δολοφόνοι
κι έχουμε μείνει μόνοι , χωρίς μανούλα πλειό .
Γιατί από μάνα πιο πολύ μας αγαπούσε εκείνη ,
η δόλια Αικατερίνη από τη Γευγελή .
Της είπαν να παραδοθεί τα τέρατα εκείνα.
Μ’ αυτή σαν Μπουμπουλίνα, ενώ πυροβολεί, τους λέει
” Δεν παραδίνεται ποτέ της μια Ελληνίδα “.
Κι ως λύκαινα ηρωίδα τρεις ώρες τους κρατεί.
Μα τέλος την εκάψανε κι επέταξε στα ουράνια
κι εμάς σε μαύρη ορφάνια μας άφησε στη γη . 
.
Η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου υπήρξε ένα κορίτσι, το οποίο άφησε τον μάταιο ετούτο κόσμο μόλις στα είκοσι της χρόνια μιας και είχε μπεί στο μάτι του βουλγαρικού κομιτάτου, το οποίο την είχε “προγράψει” για την αγάπη που έτρεφε στην Ελλάδα και για το οτι κρατούσε την φλόγα της ελπίδας για λευτεριά ζωντανή στα σκλαβωμένα εδάφη της Μακεδονίας των αρχών του 20ου αιώνα. Πριν όμως καεί ζωντανή, πήρε μαζί τις στον τάφο αρκετές  ψυχές Βουλγάρων κομιτατζήδων δια μέσου του πιστολιού της, αν και εγκλωβισμένη στο σπίτι στο οποίο έβαλαν τελικά φωτιά  καίγοντας την μαζί με όσους βρίσκονταν μαζί της εκείνο το κρύο βράδυ του 1904.
.
Στις 14 Οκτωβρίου 1904 στην Μακεδονία βασιλεύει ο τρόμος, διότι μια μέρα πριν οι τούρκοι στρατιώτες σε συνεργασία με τους βούλγαρους κομιτατζήδες δολοφόνησαν τον Παύλο Μελά (Μίκη Ζέζα) στο χωριό Στάτιστα (το οποίο σήμερα ονομάζεται Παύλος Μελάς προς τιμήν του ήρωα). Η Μακεδονία θρηνεί έναν από τους μεγάλους υπερασπιστές της. Όλοι είναι λυπημένοι μα και αισιόδοξοι συνάμα, γιατί ξέρουν πως με το αίμα ενός τέτοιου παλληκαριού θα ποτιστεί το δέντρο της ελευθερίας και θα καρπίσει.
.
Κάπου πιο μακριά σ’ ένα χωριό της σκλάβας Μακεδονίας, στην Γρίτσιστα (Ελληνικό) της περιοχής Γευγελής (νότια Σκόπια), ζει μια κοπέλα, η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου. Είναι η μόλις 21 ετών δασκάλα του χωριού, η οποία, αν και μικρή στην ηλικία είναι μεγάλη στην ψυχή. Η Κατερίνα διδάσκει με ζέση τους μαθητές της σαν να πρόκειται για δικά της παιδιά. Διδάσκει την ιστορία αυτής της χιλιοβασανισμένης, μα πάντα Ελληνικής γης, που τόσοι και τόσοι βάρβαροι προσπάθησαν να αφελληνίσουν αλλά δεν τα κατάφεραν.
.
Όλοι στο χωριό την γνωρίζουν σαν το καλόκαρδο κορίτσι που βοηθάει πάντα τους Μακεδονομάχους αγωνιστές με όποιον τρόπο μπορεί. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες την έχουν βάλει στο μάτι γιατί κρατάει άσβεστη την φλόγα της Ελληνικότητας στα μικρά παιδιά και στο χωριό. Την παρενοχλούν συνεχώς, την βρίζουν, την απειλούν, της περιγράφουν τι θα της κάνουν όταν θα πέσει στα χέρια τους. Την Κατερίνα όμως, δεν την νοιάζει η ζωή της παρά μόνο να μην χάσει η Μακεδονία την ελληνικότητά της. Οι βούλγαροι μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά έχουν αποθρασυνθεί και θέλουν να τελειώνουν με κάθε εστία Ελληνικής αντίστασης.
.
Όταν οι κομιτατζήδες καταφτάνουν στο χωριό, τα παράθυρα και οι πόρτες των σπιτιών κλείνουν. Οι χωριανοί κρυφοκοιτάζουν ανάμεσα από τις γρίλιες τους κομιτατζήδες να κατευθύνονται στο σπίτι της δασκάλας. Φτάνοντας έξω από την πόρτα του σπιτιού της, της φωνάζουν να βγει έξω. Η Κατερίνα τους ακούει από μέσα και αποκρίνεται πως «δεν παραδίδεται ποτέ της μια Ελληνίδα». Η ατρόμητη ψυχή της δεν τους φοβάται. Μαζί της βρίσκονται ακόμη έξι Μακεδονομάχοι έτοιμοι να δώσουν την ζωή τους για την πατρίδα. Η περήφανη Ελληνίδα λέει πως δεν παραδίδεται και με το όπλο της ρίχνει μια βολή εναντίον των αιμοβόρων κομιτατζήδων και η μάχη ξεκινάει.
.
Οι σφαίρες των βουλγάρων χτυπάνε τους τοίχους του σπιτιού γεμίζοντάς το τρύπες. Μετά από τρεις ώρες αναποτελεσματικών πυροβολισμών κι ενώ φαίνεται ότι το σπίτι της δασκάλας είναι άπαρτο κάστρο, ένας κομιτατζής δίνει την ιδέα να το κάψουν. Όλοι συμφωνούν, μιας και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καταβάλουν τους Έλληνες αγωνιστές. Ένας κομιτατζής τρέχει με αναμμένο πυρσό, σπάει το παράθυρο και τον ρίχνει μέσα. Το εσωτερικό του σπιτιού είναι ξύλινο και λαμπαδιάζει αμέσως. Οι αγωνιστές όμως δεν βγαίνουν έξω. Προτιμούν να καούν ζωντανοί παρά να πέσουν στα χέρια των βουλγάρων. Οι φλόγες λαμπαδιάζουν το σπίτι, δημιουργώντας μια κόλαση πυρός. Η Κατερίνα όπως και οι άλλοι αγωνιστές συνεχίζουν να πυροβολούν μέχρι να σωθούν οι σφαίρες τους και να τους καταπιούν οι φλόγες.
.
Οι βούλγαροι πανηγυρίζουν για το φοβερό «κατόρθωμά» τους, καθώς από το σπίτι έχουν πια μείνει μόνο στάχτη και καπνισμένα ντουβάρια. Ένα ακόμη ολοκαύτωμα, πήρε την θέση του δίπλα στο Κούγκι, στο Σούλι, στα Σάλωνα, στο Αρκάδι της Κρήτης και σε όλα τα ολοκαυτώματα του Ελληνισμού για την ελευθερία της πατρίδας από τον βάρβαρο ζυγό.
.
 
Το 1939 βρέθηκε στο νεκροταφείο της Γευγελής ο τάφος της ηρωικής Ελληνίδας δασκάλας. Ο σταυρός, έγραφε:

  «Υπέρ της εις τον Θεόν των Ελλήνων πίστεως αγωνιζομένη, πυρί υπό των Βουλγάρων παραδοθείσα, ενθάδε κείμαι, Αικατερίνη Χατζηγεωργίου διδάσκαλος, 14 Οκτωβρίου 1904».

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ!
 
 
επιμέλεια Alexia-momyof6

 


Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ - ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

Ο Σπυρίδων Σπυρομήλιος γεννήθηκε το 1864 στην Θήβα ή σύμφωνα με άλλες πηγές στη Χειμάρα. Τα μαθητικά του χρόνια ωστόσο, τα πέρασε στην Αθήνα όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Κατόπιν εισήχθη στη Ναυτική Σχολή Κεφαλονιάς, όπου ταξίδεψε σε πολλά λιμάνια της Ευρώπης. Ονειρευόταν να γίνει ναυτικός καριέρας και να σπουδάσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Για τον λόγο αυτό, επέστρεψε στην Αθήνα και επιδίωξε να εγγραφεί στη Σχολή αλλά δεν το κατάφερε καθότι είχε ξεπεράσει το 19ο έτος της ηλικίας του. Τα παιχνίδια της μοίρας και τα εμπόδια πολλές φορές γίνονται για καλό. Στην περίπτωση του Σπυρομήλιου του άνοιξαν το δρόμο για να επιτελέσει το καθήκον του συμμετέχοντας πάντα αποφασιστικά στους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.

Το 1883 ακολουθώντας τη συμβολή του συγγενή του Ιωάννη Σπυρομήλιου, Μέραρχου της Χωροφυλακής, κατατάσσεται στο Σώμα και σύντομα γίνεται αξιωματικός. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία, από πατριώτες Έλληνες αξιωματικούς. Ο Σπυρομήλιος δεν γινόταν να μην ενταχθεί στα μέλη της Εταιρείας. Έτσι, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 συμμετέχει ενεργά, σαν επικεφαλής σώματος 67 εθελοντών χωροφυλάκων, στο μέτωπο της Ηπείρου και συγκεκριμένα στη Νικόπολη της Πρέβεζας στην απόβαση της Ηπειρωτικής Φάλαγγας του Μπότσαρη. Διακρίνεται στις μάχες και αναγνωρίζεται η συμβολή του από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας. Επόμενος σταθμός εθνικής προσφοράς του Σπυρομήλιου ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας.

«Καπετάν Μπούας»

Συμμετείχε στο «Μακεδονικό Κομιτάτο» και στρατολόγησε πολλούς Κρητικούς στον Αγώνα. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 1904 τοποθετήθηκε στο Γενικό Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη σαν γραφέας με το ψευδώνυμο «Σουρής». Λόγω της θέσης του ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και συγκέντρωσε σημαντικές πληροφορίες για τη δράση του κοινού εχθρού. Ταυτόχρονα, οργάνωσε επιτροπές αγώνα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής, ενώ όρισε τον τρόπο που θα πρέπει να συλλέγεται και να αποκρύβεται ο οπλισμός για να παραδοθεί τη κατάλληλη χρονική στιγμή στα τμήματα. Παράλληλα, οργάνωσε ομιλίες για την τόνωση του εθνικού και βεβαίως θρησκευτικού φρονήματος του πληθυσμού. Η οργανωτική εργασία του Σπυρομήλιου ήταν σημαντική για εξέλιξη του Αγώνα στη κεντρική Μακεδονία αλλά δεν έμεινε εκεί.

Από τις αρχές του 1905 η δραστηριότητα στην Ελλάδα ήταν έντονη μετά και τη θυσία του Παύλου Μελά. Το Μακεδονικό Κομιτάτο με την στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης οργάνωσε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς ένα κέντρο εκπαίδευσης των σωμάτων που ετοιμάζονταν να εξορμήσουν στη Μακεδονία, με έδρα τη Βουλιαγμένη. Τέσσερα σώματα με επικεφαλής αξιωματικούς εκπαιδεύονταν. Ένα από αυτά ήταν του Σπυρομήλιου, ο οποίος είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο «Αθάλης Μπούας». Τα άλλα τρία σώματα ανήκαν στους αξιωματικούς Κωνσταντίνο Μαζαράκη, Μιχαήλ Κόδρο και Μιχαήλ Αναγνωστάκο.

Το σώμα του Σπυρομήλιου αποτελούνταν από 35 άνδρες και είχε υπαρχηγό τον Ανθυπολοχαγό Πεζικού Μαρίνο Λυμπερόπουλο. Το σώμα έπρεπε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Δυτικής Καρατζόβας και να αποκαταστήσει την επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών σωμάτων στο Μορίχοβο και στην Ανατολική Καρατζόβα.

Τα σώματα αυτά αποβιβάστηκαν στις 28 Απριλίου στις ακτές της Πιερίας με στόχο να εξοντώσουν τις τέσσερις μεγάλες συμμορίες των Βουλγάρων, που τρομοκρατούσαν και βασάνιζαν τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της κεντρικής Μακεδονίας.

Με την αποβίβασή τους τα σώματα των Σπυρομήλιου, Μαζαράκη κινήθηκαν από κοινού προς τα Πιέρια Όρη. Μετά από πορεία δύο ημερών έφτασαν στη Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κοντά στον Αλιάκμονα. Κατά τη διάρκεια της πορείας τα σώματα ενημερώθηκαν για τη δράση Βούλγαρων στη περιοχή νότια του Αλιάκμονα. Με την ανοχή των Τούρκων, Βούλγαροι ξυλοκόποι και εργάτες της περιοχής, που ήταν οργανωμένοι σε βουλγαρικά κομιτάτα για να καταδίδουν Έλληνες στις τουρκικές αρχές, εργάζονταν για την βουλγαροποίηση της περιοχής. Ο Σπυρομήλιος και ο Μαζαράκης αποφάσισαν την εξουδετέρωσή τους. Έτσι, συνέλαβαν 100 αιχμαλώτους Βούλγαρους  από τους οποίους εκτέλεσαν 86 στον Αλιάκμονα, σύμφωνα με έκθεση του ίδιου του Σπυρομήλιου. Με την πράξη αυτή αποκαταστάθηκε αφενός η επικοινωνία των ελληνικών σωμάτων και αφετέρου καθάρισε η περιοχή από τη δράση κατασκόπων των Βουλγαρικών κομιτάτων.

Λίγες ημέρες αργότερα όμως οι Βούλγαροι έστειλαν σώματα κομιτατζήδων για να απαντήσουν. Στα μέσα Μαίου, οι συμμορίες των Βούλγαρων επιτέθηκαν στο σώμα του Σπυρομήλιου και του Κατσίγαρη, ενώ αυτά κατευθύνονταν προς το Μπάχοβο. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 58 Βούλγαροι και 7 Έλληνες. Για την ελληνική πλευρά υπήρχαν και 14 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο Σπυρομήλιος, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. Τη στιγμή εκείνη και ενώ ο Σπυρομήλιος ήταν εκτός μάχης, τουρκικά αποσπάσματα επιτέθηκαν κατά του ελληνικού σώματος. Η ψυχραιμία του υπαρχηγού Ανθυπολοχαγού Λυμπερόπουλου έσωσε την κατάσταση και οδήγησε το σώμα στο Βλάδοβο. Ο Σπυρομήλιος μεταφέρθηκε στη Νάουσα, όπου νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες και ακολούθως επέστρεψε στην Αθήνα.

Στους Βαλκανικούς και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα

Το 1906 συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας που στόχο είχε την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό. Τα χρόνια είναι δύσκολα και οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Στο στράτευμα η αναταραχή δεν λέει να κοπάσει μετά την ήττα το 1897 και το 1909 ξεσπά το κίνημα στο Γουδή. Ο Σπυρομήλιος θα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου.

Το 1912 θα συμμετάσχει και στους Βαλκανικούς πολέμους. Θα αναλάβει την οργάνωση και διοίκηση σώματος εθελοντών και θα απελευθερώσει την πόλη των Φιλιατών. Στις 5 Νοεμβρίου 1912 και ενώ βρισκόταν στην Κέρκυρα έλαβε εντολή να καταλάβει την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Η διαταγή δόθηκε μέσω τηλεγραφήματος από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο: «Κρίνω πολιτικώς σκόπιμον να καταληφθή το ταχύτερον Χειμάρρα και υψωθεί εκεί Ελληνική Σημαία. Προς τον σκοπόν τούτον δύνασθε να να διαθέσητε εθελοντικόν τι Σώμα αποβιβαζόμενον διά θαλάσσης εις Χειμάρραν υπό την ηγεσίαν του Σπυρομήλιου [...]».

Στη διάθεση του για την επιχείρηση ο Σπυρομήλιος είχε 200 Κρητικούς και περίπου 1.800 Χειμαρριώτες, όλοι εθελοντές. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στα Σπήλια της Χειμάρρας. Αφού κατέλαβαν τις προβλεπόμενες θέσεις, η επίθεση ξεκίνησε. Οι Τούρκοι προέβαλαν μικρή αντίσταση και μέχρι το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η πόλη είχε απελευθερωθεί. Υπήρξε ένας νεκρός για το τμήμα του Σπυρομήλιου, το αίμα του οποίου πότισε το χώμα της ελεύθερης Χειμάρρας.

Ο Σπυρομήλιος την ίδια μέρα εξέδωσε προκήρυξη προς τον λαό της Χειμάρρας, όπου κήρυξε την πόλη «ως αναπόσπαστον τμήμα της μίας και αδιαιρέτου μεγάλης Ελληνικής Πατρίδος». Κάλεσε τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της πόλης να τηρήσει απέναντι στον μουσουλμανικό πληθυσμό την ισοπολιτεία και τον σεβασμό, παρά τα όσα είχαν υποστεί στο παρελθόν, γιατί αυτό άρμοζε στον «ανδρείο και ευγενή» ελληνικό λαό. Τόνισε ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν κατακτητικός αλλά ελευθερωτής της περιοχής, που ένωσε το μέλος αυτό με τα υπόλοιπα μέλη της «Ελληνικής οικογένειας». Κλείνοντας την προκήρυξη του έκανε επίκληση στους αγώνες των προγόνων Χειμαρριωτών κατά την εθνεγερσία στην Αράχωβα, στο Μεσολλόγγι και στη Πέτα και πως θα είναι υπερήφανοι που άφησαν άξιους απογόνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τον κατακτητή Τούρκο.

Παράλληλα, εξέδωσε προκήρυξη και προς τον μουσουλμανικό αλβανικό πληθυσμό της περιοχής, τονίζοντας πως τα έθιμα, η θρησκεία αλλά και η περιουσία των θα είναι σεβαστά και δεν θα διατρέξουν κανένα κίνδυνο. Οι Αλβανοί πάντως ετοίμασαν ένοπλες ομάδες και επιτέθηκαν κατά των δυνάμεων του Σπυρομήλιου στο Κούτσι την 18η Νοεμβρίου. Οι συγκρούσεις γενικεύθηκαν μέχρι τον Δεκέμβριο του 1912 αλλά οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις.

Όταν απέτυχε η ελληνική απόβαση στους Αγίους Σαράντα, ο Σπυρομήλιος διατάχθηκε να εκκενώσει τη Χειμάρρα από τα ένοπλα τμήματά του και τον ελληνικό άμαχο πληθυσμό καθότι η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν μαζική επίθεση του εχθρού. Ο Σπυρομήλιος παράκουσε τη διαταγή και οργάνωσε την άμυνα της πόλης. Παρά τις έντονες και ορμητικές επιθέσεις των Αλβανών κράτησε το ελληνικό προγεφύρωμα μέχρι τις αρχές του 1913, όταν ο Ελληνικός Στρατός έφτασε στην περιοχή.

Ο Σπυρομήλιος στόχευε στην απελευθέρωση όλης της Βορείου Ηπείρου. Μαζί του συμπορευόταν και ο Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, διάδοχος Κωνσταντίνος. Ζήτησαν αμφότεροι από τον Βενιζέλο να καταλάβουν την Αυλώνα, αλλά η απάντηση του τότε πρωθυπουργού ήταν  αρνητική καθότι δεν ήθελε να προκαλέσει ρήξη με τους Ιταλούς, που πάντα ενδιαφέρονταν για την περιοχή.

Με την λήξη των Βαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα ήταν απολύτως κερδισμένη. Είχε απελευθερωθεί από τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο η Ήπειρος και η Μακεδονία. Η Βόρεια Ήπειρος επίσης, αλλά οι διεθνείς εξελίξεις και οι πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ανάγκασαν την Ελλάδα να αποσύρει τον Ελληνικό Στρατό. Ο Σπυρομήλιος, αν και βενιζελικός, αντέδρασε στέλνοντας τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στον Βενιζέλο εκφράζοντας την δυσαρέσκεια του ιδίου αλλά και ολόκληρης της ελληνορθόδοξης μειονότητας.

Δεν έμεινε όμως εκεί, αρνήθηκε να αποχωρήσει από την περιοχή και στις 9 Φεβρουαρίου 1914 ο Στρατηγός Παπούλας διέταξε την σύλληψή του. Την επομένη κήρυξε την αυτονομία της Βορείας Ηπείρου, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και τον Μητροπολίτη Βελάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα. Ως Γενικός Αρχηγός Χειμάρρας προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Β. Ηπείρου, με έδρα το Αργυρόκαστρο, στις 17 Φεβρουαρίου. Το 1915 εξελέγη βουλευτής Αργυροκάστρου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα.

Όταν την περίοδο 1916-17 ο Ιταλικός Στρατός κατέλαβε το σύνολο σχεδόν της Βορείας Ηπείρου, ο Σπυρομήλιος αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να διαφύγει στην Ελλάδα. Τον αγώνα για την αυτονομία ανέλαβε ο αδερφός του Νικόλαος.

Ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος κοιμήθηκε στις 19 Μαίου 1930 στην ελληνική πρωτεύουσα. Τελευταία επιθυμία του ήταν να ταφεί στην αγαπημένη του Χειμάρρα αλλά το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν έγινε αποδεκτό από την αλβανική.


Πηγές:

Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη 1904-1908, εκδόσεις Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα, Πελασγός, Αθήνα 2018.

Ελίνα Μαστέλλου Γιαννάκενα, Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908). Ο σκοπός και οι ήρωές του, Πελασγός, Αθήνα 2018.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : Ο 20ΧΡΟΝΟΣ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΔΡΑΜΑΣ ΑΡΜΕΝ ΚΟΥΠΤΣΙΟΣ (14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1905)

Κορυφαίος Μακεδονομάχος για την περιοχή της Δράμας αναδείχθηκε ο Άρμεν Κούπτσιοςπου γεννήθηκε στον Βώλακα το 1885. Λόγω έλλειψης στοιχείων στα δημοτολόγια, υπάρχει σύγχυση σχετικά με τα ακριβή στοιχεία των γονιών του. Το πιθανότερο είναι ο πατέρας του να λεγόταν Άρμεν Άρμεν Κούπτσιος και η μητέρα του Ελένη (αγνώστου γένους). Είχε αδελφό τον Προκόπη Άρμεν Κούπτσιο που γεννήθηκε στον Βώλακα το 1880.

Ο Άρμεν Κούπτσιος ήταν μεταξύ αυτών που εντάχθηκαν στην ένοπλη ομάδα του Βώλακα κατά της δράσης των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, υπό την καθοδήγηση του Δημητρίου Βογιατζή, δάσκαλο από την Προσοτσάνη, που τον τοποθέτησε εκεί ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος.

Η συμβολή του Άρμεν στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Δράμας ήταν σύντομη μεν αλλά καθοριστική. Το Σεπτέμβριο του 1905 ο Χρήστος Βογιατζής (αδελφός του Δημητρίου) παρουσίασε τον Άρμεν Κούπτσιο μαζί με τον Νικόλαο Μαυρουδή στον Στρατή Σπληναρίδη (πρόκειται για τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Νταή, που βρισκόταν καλυμμένος πίσω από την ιδιότητα του διευθυντή του σχολείου Προσοτσάνης για να οργανώσει τον ένοπλο αγώνα), για να τους εντάξει στο Κέντρο Δράσεως Προσοτσάνης. Δεν ήξερε καλά τα ελληνικά και ίσως γι’ αυτό στην αρχή δεν έγινε δεκτός από τον Κωνσταντίνο Νταή, παρά μόνο μετά από παρέμβαση του Χρήστου Βογιατζή. Ήταν ευκίνητος, ρωμαλέος, ταχύς, θαρραλέος, ατίθασος αλλά και καλοσυνάτος, με βαθιά πίστη στην Ορθοδοξία και στην πατρίδα. Ανέπτυξε σημαντική δράση και κατάφερε σε πολύ νεαρή ηλικία να γίνει το φόβητρο του Βούλγαρων Κομιτατζήδων στην περιοχή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μητροπολίτης Δράμας εθνομάρτυρας Χρυσόστομος τον θεωρούσε πρωτοπαλίκαρό του. Όλες τις επικίνδυνες αποστολές τις ανέθετε σ’ αυτόν και στην ομάδα του.

Στις 2 Ιουλίου 1907 ο Άρμεν Κούτσιος μαζί με τους Χρήστο Βογιατζή από την Προσοτσάνη και Πέτρο Μάντζιο από το Παλαιοχώρι Καβάλας, διατάχθηκαν από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να σταματήσουν τη δράση του Κομιτατζή Πλάτσεφ. Αυτοί, του έστησαν καρτέρι κοντά στο σημερινό χωριό Μυλοπόταμο Δράμας και τον σκότωσαν. Οι πυροβολισμοί όμως έγιναν αντιληπτοί από Τούρκο αγροφύλακα, ο οποίος συνέλαβε με ύπουλο τρόπο τον Άρμεν Κούπτσιο και τον παρέδωσε στις τουρκικές Αρχές στη Δράμα. Οι υπόλοιποι κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές του Επταπυργίου Θεσσαλονίκης και καταδικάστηκε σε θάνατο από το ειδικό Στρατοδικείο.

Στο μεταξύ το βουλγαρικό Κομιτάτο συγκέντρωσε υπογραφές από 33 χωριά της ευρύτερης περιοχής και διαβεβαίωνε τους Τούρκους πως μόνο δια της θανατικής ποινής του Άρμεν θα σταματήσουν οι ταραχές. Οι προσπάθειες του Ελληνικού Κέντρου Δράσης για να αποφυλακιστεί ή να μετατραπεί η θανατική ποινή του σε ισόβια, δεν απέδωσαν. Στη συνέχεια, ο Άρμεν οδηγήθηκε στις φυλακές της Δράμας. Τότε αποφασίστηκε από το Ελληνικό Κέντρο Δράσης να στηθεί ενέδρα και να τον αρπάξουν από τα χέρια των Τούρκων όταν θα τον πήγαιναν στον τόπο εκτέλεσης. Δυστυχώς το σχέδιο προδόθηκε και άλλαξε η διαδρομή την τελευταία στιγμή. Έτσι, τη 14η Σεπτεμβρίου 1907 απαγχονίστηκε στον πλάτανο της πλατείας της Δράμας, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Ούτε εκείνη τη στιγμή ο Άρμεν δεν δάκρυσε, δεν λύγισε απέναντι στους δήμιούς του. Το σώμα του παραδόθηκε για ταφή στους Αθίγγανους, μετά από τρεις ημέρες που κρεμόταν για παραδειγματισμό. Έτσι, πέρασε στο πάνθεον των μεγάλων Μακεδονομάχων αγωνιστών.

Προς τιμή του έχουν γραφτεί ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Η προτομή του Άρμεν Κούπτσιου κοσμεί την πλατεία του Βώλακα (από το 1956) και την πλατεία της Δράμας (από το 1967), στο σημείο που απαγχονίστηκε.

Ο πατέρας του Άρμεν με πόνο ψυχής έμαθε τα άσχημα μαντάτα, βρήκε παρηγοριά στο Μητροπολίτη Χρυσόστομο. Και εκεί ο ηρωικός αυτός πατέρας βρήκε τη δύναμη να δώσει συλλυπητήρια στο Δεσπότη λέγοντας του :

«δεν κλαίω που έχασα το παιδί μου, κλαίω που εσύ έχασες το πρωτοπαλίκαρό σου».

Τιμώντας τον Άρμεν Κούπσιο τιμούμε ταυτόχρονα και όλους τους κατοίκους του Βώλακα που τόσο στον Μακεδονικό Αγώνα αλλά και μέχρι τους πρόσφατους αγώνες του Έθνους, ο καθένας τους αγωνίσθηκε με τον τρόπο του και πάρα πολλοί μέχρι αυτοθυσίας για την Ελλάδα.

Οφείλουμε, όμως, να αποτίσουμε φόρο τιμής προς όλους εκείνους τους αφανείς ήρωες που έδωσαν τη ζωή τους για την Ελλάδα. Όλους εκείνους τους αγράμματους χωρικούς που στήριξαν το Μακεδονικό Αγώνα και τροφοδότησαν τα ανταρτικά μας σώματα με πληροφορίες και τρόφιμα, όλους εκείνους τους Μακεδόνες που άνοιξαν τη πόρτα του σπιτιού τους στους αγωνιστές αυτούς μέσα στα χιόνια και με την αγάπη τους τους ζέσταναν μοιράζοντας μαζί τους τη φτωχική τους στέγη και το ψωμί τους.

 

 ΚΕ.Π.Α.Α.Μ.

ΑΝΤΕΧΟΥΜ