Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2021

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ - ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΣΤΟΝ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ

Του Ιωάννη Β. Αθανασόπουλου

ιστορικού

Ο Σπυρίδων Σπυρομήλιος γεννήθηκε το 1864 στην Θήβα ή σύμφωνα με άλλες πηγές στη Χειμάρα. Τα μαθητικά του χρόνια ωστόσο, τα πέρασε στην Αθήνα όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Κατόπιν εισήχθη στη Ναυτική Σχολή Κεφαλονιάς, όπου ταξίδεψε σε πολλά λιμάνια της Ευρώπης. Ονειρευόταν να γίνει ναυτικός καριέρας και να σπουδάσει στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Για τον λόγο αυτό, επέστρεψε στην Αθήνα και επιδίωξε να εγγραφεί στη Σχολή αλλά δεν το κατάφερε καθότι είχε ξεπεράσει το 19ο έτος της ηλικίας του. Τα παιχνίδια της μοίρας και τα εμπόδια πολλές φορές γίνονται για καλό. Στην περίπτωση του Σπυρομήλιου του άνοιξαν το δρόμο για να επιτελέσει το καθήκον του συμμετέχοντας πάντα αποφασιστικά στους εθνικούς αγώνες του Ελληνισμού.

Το 1883 ακολουθώντας τη συμβολή του συγγενή του Ιωάννη Σπυρομήλιου, Μέραρχου της Χωροφυλακής, κατατάσσεται στο Σώμα και σύντομα γίνεται αξιωματικός. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία, από πατριώτες Έλληνες αξιωματικούς. Ο Σπυρομήλιος δεν γινόταν να μην ενταχθεί στα μέλη της Εταιρείας. Έτσι, στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 συμμετέχει ενεργά, σαν επικεφαλής σώματος 67 εθελοντών χωροφυλάκων, στο μέτωπο της Ηπείρου και συγκεκριμένα στη Νικόπολη της Πρέβεζας στην απόβαση της Ηπειρωτικής Φάλαγγας του Μπότσαρη. Διακρίνεται στις μάχες και αναγνωρίζεται η συμβολή του από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας. Επόμενος σταθμός εθνικής προσφοράς του Σπυρομήλιου ήταν ο Μακεδονικός Αγώνας.

«Καπετάν Μπούας»

Συμμετείχε στο «Μακεδονικό Κομιτάτο» και στρατολόγησε πολλούς Κρητικούς στον Αγώνα. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο του 1904 τοποθετήθηκε στο Γενικό Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη σαν γραφέας με το ψευδώνυμο «Σουρής». Λόγω της θέσης του ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Μακεδονία και συγκέντρωσε σημαντικές πληροφορίες για τη δράση του κοινού εχθρού. Ταυτόχρονα, οργάνωσε επιτροπές αγώνα στις πόλεις και τα χωριά της περιοχής, ενώ όρισε τον τρόπο που θα πρέπει να συλλέγεται και να αποκρύβεται ο οπλισμός για να παραδοθεί τη κατάλληλη χρονική στιγμή στα τμήματα. Παράλληλα, οργάνωσε ομιλίες για την τόνωση του εθνικού και βεβαίως θρησκευτικού φρονήματος του πληθυσμού. Η οργανωτική εργασία του Σπυρομήλιου ήταν σημαντική για εξέλιξη του Αγώνα στη κεντρική Μακεδονία αλλά δεν έμεινε εκεί.

Από τις αρχές του 1905 η δραστηριότητα στην Ελλάδα ήταν έντονη μετά και τη θυσία του Παύλου Μελά. Το Μακεδονικό Κομιτάτο με την στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης οργάνωσε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς ένα κέντρο εκπαίδευσης των σωμάτων που ετοιμάζονταν να εξορμήσουν στη Μακεδονία, με έδρα τη Βουλιαγμένη. Τέσσερα σώματα με επικεφαλής αξιωματικούς εκπαιδεύονταν. Ένα από αυτά ήταν του Σπυρομήλιου, ο οποίος είχε υιοθετήσει το ψευδώνυμο «Αθάλης Μπούας». Τα άλλα τρία σώματα ανήκαν στους αξιωματικούς Κωνσταντίνο Μαζαράκη, Μιχαήλ Κόδρο και Μιχαήλ Αναγνωστάκο.

Το σώμα του Σπυρομήλιου αποτελούνταν από 35 άνδρες και είχε υπαρχηγό τον Ανθυπολοχαγό Πεζικού Μαρίνο Λυμπερόπουλο. Το σώμα έπρεπε να εγκατασταθεί στην περιοχή της Δυτικής Καρατζόβας και να αποκαταστήσει την επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών σωμάτων στο Μορίχοβο και στην Ανατολική Καρατζόβα.

Τα σώματα αυτά αποβιβάστηκαν στις 28 Απριλίου στις ακτές της Πιερίας με στόχο να εξοντώσουν τις τέσσερις μεγάλες συμμορίες των Βουλγάρων, που τρομοκρατούσαν και βασάνιζαν τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της κεντρικής Μακεδονίας.

Με την αποβίβασή τους τα σώματα των Σπυρομήλιου, Μαζαράκη κινήθηκαν από κοινού προς τα Πιέρια Όρη. Μετά από πορεία δύο ημερών έφτασαν στη Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου κοντά στον Αλιάκμονα. Κατά τη διάρκεια της πορείας τα σώματα ενημερώθηκαν για τη δράση Βούλγαρων στη περιοχή νότια του Αλιάκμονα. Με την ανοχή των Τούρκων, Βούλγαροι ξυλοκόποι και εργάτες της περιοχής, που ήταν οργανωμένοι σε βουλγαρικά κομιτάτα για να καταδίδουν Έλληνες στις τουρκικές αρχές, εργάζονταν για την βουλγαροποίηση της περιοχής. Ο Σπυρομήλιος και ο Μαζαράκης αποφάσισαν την εξουδετέρωσή τους. Έτσι, συνέλαβαν 100 αιχμαλώτους Βούλγαρους  από τους οποίους εκτέλεσαν 86 στον Αλιάκμονα, σύμφωνα με έκθεση του ίδιου του Σπυρομήλιου. Με την πράξη αυτή αποκαταστάθηκε αφενός η επικοινωνία των ελληνικών σωμάτων και αφετέρου καθάρισε η περιοχή από τη δράση κατασκόπων των Βουλγαρικών κομιτάτων.

Λίγες ημέρες αργότερα όμως οι Βούλγαροι έστειλαν σώματα κομιτατζήδων για να απαντήσουν. Στα μέσα Μαίου, οι συμμορίες των Βούλγαρων επιτέθηκαν στο σώμα του Σπυρομήλιου και του Κατσίγαρη, ενώ αυτά κατευθύνονταν προς το Μπάχοβο. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν 58 Βούλγαροι και 7 Έλληνες. Για την ελληνική πλευρά υπήρχαν και 14 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο Σπυρομήλιος, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. Τη στιγμή εκείνη και ενώ ο Σπυρομήλιος ήταν εκτός μάχης, τουρκικά αποσπάσματα επιτέθηκαν κατά του ελληνικού σώματος. Η ψυχραιμία του υπαρχηγού Ανθυπολοχαγού Λυμπερόπουλου έσωσε την κατάσταση και οδήγησε το σώμα στο Βλάδοβο. Ο Σπυρομήλιος μεταφέρθηκε στη Νάουσα, όπου νοσηλεύτηκε για τρεις μήνες και ακολούθως επέστρεψε στην Αθήνα.

Στους Βαλκανικούς και στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα

Το 1906 συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας που στόχο είχε την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον τουρκικό ζυγό. Τα χρόνια είναι δύσκολα και οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Στο στράτευμα η αναταραχή δεν λέει να κοπάσει μετά την ήττα το 1897 και το 1909 ξεσπά το κίνημα στο Γουδή. Ο Σπυρομήλιος θα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου.

Το 1912 θα συμμετάσχει και στους Βαλκανικούς πολέμους. Θα αναλάβει την οργάνωση και διοίκηση σώματος εθελοντών και θα απελευθερώσει την πόλη των Φιλιατών. Στις 5 Νοεμβρίου 1912 και ενώ βρισκόταν στην Κέρκυρα έλαβε εντολή να καταλάβει την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου. Η διαταγή δόθηκε μέσω τηλεγραφήματος από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο: «Κρίνω πολιτικώς σκόπιμον να καταληφθή το ταχύτερον Χειμάρρα και υψωθεί εκεί Ελληνική Σημαία. Προς τον σκοπόν τούτον δύνασθε να να διαθέσητε εθελοντικόν τι Σώμα αποβιβαζόμενον διά θαλάσσης εις Χειμάρραν υπό την ηγεσίαν του Σπυρομήλιου [...]».

Στη διάθεση του για την επιχείρηση ο Σπυρομήλιος είχε 200 Κρητικούς και περίπου 1.800 Χειμαρριώτες, όλοι εθελοντές. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα αποβιβάστηκαν στα Σπήλια της Χειμάρρας. Αφού κατέλαβαν τις προβλεπόμενες θέσεις, η επίθεση ξεκίνησε. Οι Τούρκοι προέβαλαν μικρή αντίσταση και μέχρι το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η πόλη είχε απελευθερωθεί. Υπήρξε ένας νεκρός για το τμήμα του Σπυρομήλιου, το αίμα του οποίου πότισε το χώμα της ελεύθερης Χειμάρρας.

Ο Σπυρομήλιος την ίδια μέρα εξέδωσε προκήρυξη προς τον λαό της Χειμάρρας, όπου κήρυξε την πόλη «ως αναπόσπαστον τμήμα της μίας και αδιαιρέτου μεγάλης Ελληνικής Πατρίδος». Κάλεσε τον ελληνορθόδοξο πληθυσμό της πόλης να τηρήσει απέναντι στον μουσουλμανικό πληθυσμό την ισοπολιτεία και τον σεβασμό, παρά τα όσα είχαν υποστεί στο παρελθόν, γιατί αυτό άρμοζε στον «ανδρείο και ευγενή» ελληνικό λαό. Τόνισε ότι ο Ελληνικός Στρατός δεν ήταν κατακτητικός αλλά ελευθερωτής της περιοχής, που ένωσε το μέλος αυτό με τα υπόλοιπα μέλη της «Ελληνικής οικογένειας». Κλείνοντας την προκήρυξη του έκανε επίκληση στους αγώνες των προγόνων Χειμαρριωτών κατά την εθνεγερσία στην Αράχωβα, στο Μεσολλόγγι και στη Πέτα και πως θα είναι υπερήφανοι που άφησαν άξιους απογόνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τον κατακτητή Τούρκο.

Παράλληλα, εξέδωσε προκήρυξη και προς τον μουσουλμανικό αλβανικό πληθυσμό της περιοχής, τονίζοντας πως τα έθιμα, η θρησκεία αλλά και η περιουσία των θα είναι σεβαστά και δεν θα διατρέξουν κανένα κίνδυνο. Οι Αλβανοί πάντως ετοίμασαν ένοπλες ομάδες και επιτέθηκαν κατά των δυνάμεων του Σπυρομήλιου στο Κούτσι την 18η Νοεμβρίου. Οι συγκρούσεις γενικεύθηκαν μέχρι τον Δεκέμβριο του 1912 αλλά οι ελληνικές δυνάμεις απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις.

Όταν απέτυχε η ελληνική απόβαση στους Αγίους Σαράντα, ο Σπυρομήλιος διατάχθηκε να εκκενώσει τη Χειμάρρα από τα ένοπλα τμήματά του και τον ελληνικό άμαχο πληθυσμό καθότι η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν μαζική επίθεση του εχθρού. Ο Σπυρομήλιος παράκουσε τη διαταγή και οργάνωσε την άμυνα της πόλης. Παρά τις έντονες και ορμητικές επιθέσεις των Αλβανών κράτησε το ελληνικό προγεφύρωμα μέχρι τις αρχές του 1913, όταν ο Ελληνικός Στρατός έφτασε στην περιοχή.

Ο Σπυρομήλιος στόχευε στην απελευθέρωση όλης της Βορείου Ηπείρου. Μαζί του συμπορευόταν και ο Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού, διάδοχος Κωνσταντίνος. Ζήτησαν αμφότεροι από τον Βενιζέλο να καταλάβουν την Αυλώνα, αλλά η απάντηση του τότε πρωθυπουργού ήταν  αρνητική καθότι δεν ήθελε να προκαλέσει ρήξη με τους Ιταλούς, που πάντα ενδιαφέρονταν για την περιοχή.

Με την λήξη των Βαλκανικών Πολέμων η Ελλάδα ήταν απολύτως κερδισμένη. Είχε απελευθερωθεί από τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο η Ήπειρος και η Μακεδονία. Η Βόρεια Ήπειρος επίσης, αλλά οι διεθνείς εξελίξεις και οι πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων ανάγκασαν την Ελλάδα να αποσύρει τον Ελληνικό Στρατό. Ο Σπυρομήλιος, αν και βενιζελικός, αντέδρασε στέλνοντας τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στον Βενιζέλο εκφράζοντας την δυσαρέσκεια του ιδίου αλλά και ολόκληρης της ελληνορθόδοξης μειονότητας.

Δεν έμεινε όμως εκεί, αρνήθηκε να αποχωρήσει από την περιοχή και στις 9 Φεβρουαρίου 1914 ο Στρατηγός Παπούλας διέταξε την σύλληψή του. Την επομένη κήρυξε την αυτονομία της Βορείας Ηπείρου, αφού πρώτα συνεννοήθηκε με τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και τον Μητροπολίτη Βελάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα. Ως Γενικός Αρχηγός Χειμάρρας προσχώρησε στην προσωρινή Κυβέρνηση της Β. Ηπείρου, με έδρα το Αργυρόκαστρο, στις 17 Φεβρουαρίου. Το 1915 εξελέγη βουλευτής Αργυροκάστρου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα.

Όταν την περίοδο 1916-17 ο Ιταλικός Στρατός κατέλαβε το σύνολο σχεδόν της Βορείας Ηπείρου, ο Σπυρομήλιος αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να διαφύγει στην Ελλάδα. Τον αγώνα για την αυτονομία ανέλαβε ο αδερφός του Νικόλαος.

Ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος κοιμήθηκε στις 19 Μαίου 1930 στην ελληνική πρωτεύουσα. Τελευταία επιθυμία του ήταν να ταφεί στην αγαπημένη του Χειμάρρα αλλά το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης δεν έγινε αποδεκτό από την αλβανική.


Πηγές:

Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη 1904-1908, εκδόσεις Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, Ο Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου μέσα από άγνωστα ντοκουμέντα, Πελασγός, Αθήνα 2018.

Ελίνα Μαστέλλου Γιαννάκενα, Παύλος Μελάς και Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908). Ο σκοπός και οι ήρωές του, Πελασγός, Αθήνα 2018.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΣΤΕΛΛΟΣ, ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΜΑΧΗΤΗ ΤΟΥ'40 ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ - ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΟΥ (ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40)

Στρ.Δημ.Μαστέλλος

Μέσα από το βιβλίο «Οδοιπορικό του έπους 1940» της Ελίνας Μαστέλλου –Γιαννάκενα.εκδόσεις Πελασγός
  
Εχουν περάσει 76 χρόνια από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και συνεχώς έρχονται στο φως μαρτυρίες πολεμιστών αυτού του αγώνα οι οποίες φωτίζουν ακόμη περισσότερο τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
Μια τέτοια μαρτυρία είναι και αυτή του επίστρατου μαχητή του’40 Δημητρίου Μαστέλου του Γεωργίου από το Ξυλόκαστρο Κορινθίας.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 όταν ήχησαν οι σειρήνες που καλούσαν σε επιστράτευση ο Δημήτρης Μαστέλλος, εγκατέλειψε το χωριό του, κατατάχθηκε στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού και έτρεξε στο μέτωπο να πολεμήσει.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1940 βρέθηκε στα υψώματα του Βουλιαρατίου. Εκεί τραυματίστηκε.
Μετά από έρευνα εντοπίσαμε την οικογένειά του η οποία μας πρόσφερε το βιβλίο του με τίτλο» «Οδοιπορικό του έπους 1940» που επιμελήθηκε η κόρη του Ελίνα Μαστέλλου –Γιαννάκενα.

Ιωάννης και Αμαλία Ζιώγκα
Το απόσπασμα που παραθέτουμε αναφέρεται στον τραυματισμό του στο Βουλιαράτι και τη φροντίδα και περιποίηση που δέχτηκε από την οικογένεια των Βουλιαρατινών Γιάννη και Αμαλίας Ζιώγκα στο σπίτι των οποίων κατέφυγε μαζί με ένα τραυματία συμπολεμιστή του.

Ας παρακολουθήσουμε το οδοιπορικό του. 

5 Δεκεμβρίου 1940, ώρα 8 τo πρωί! Αριστερά μας, ψηλά στo ύψωμα ήταν το 12ο Σύνταγμα Πατρών και δεξιά μας προς Κακκαβιά τo 39ο Σύνταγμα Μεσολογγίου. Οκτώ η ώρα ακριβώς ακούστηκε η βροντερή φωνή του λοχαγού:       «Έφ όπλου λόγχη!» και ταυτόχρονα είχε δοθεί η ίδια εντολή σε όλη τη γραμμή από Κορυφής έως Κακκαβιάς, από το στρατηγείο.      Την ίδια στιγμή οι σαλπιγκτές έδιναν με τις σάλπιγγες το σύνθημα «προχωρείτε-προχωρείτε. Ανατρίχιασα. Ανάμικτα συναισθήματα κυριαρχούσαν μέσα μου.
Ενθουσιασμός, συγκίνηση κι αυτό το δυνατό αίσθημα ότι υπερασπιζόμουν αυτή την στιγμή ό,τι ιερότερο είχα, την τιμή και το δίκαιο της πατρίδος μου. Όλα αυτά με γέμισαν έναν αυθορμητισμό, πού πιστεύω ότι όλοι μας έτσι σκεπτόμαστε: να ριχτούμε στην μάχη και να νικήσουμε με κάθε τρόπο τον εχθρό!.
Οι αλαλαγμοί μας έφθαναν στον ουρανό. Κι έτσι μ' αυτό τo σύνθημα ξεκινήσαμε αλαλάζοντες συνθήματα ενθουσιώδη όπως: « Αέρα- Αέρα! Στην θάλασσα τους Ιταλούς! Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η Βόρειος Ηπειρος!», και προχωρούσαμε προς κατάληψη του χωριού.
Όταν φθάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού Βουλιαράτες, απευθύνεται σε μένα αγριεμένος ο ανθυπολοχαγός Καρβέλης (1) και μου λέει:

-«Προχώρα στο κέντρο του χωριού και εγώ πάω δεξιά να πιάσω τα μεταγωγικά με κανόνια ορειβατικού πυροβολικού που είχαν κυκλώσει οι δικοί μας.» Ηταν η τελευταία στιγμή που είδα τον Καρβέλη. Χάθηκε τρέχοντας από τα μάτια μου, καθώς προχωρούσα προσεκτικά προς το κέντρο του χωριού εκτελώντας τη διαταγή του. Οι άνδρες είχαν μοιραστεί. Κάποιοι τον ακολούθησαν, άλλοι προχωρούσαμε μαζί ακροβολισμένοι, κοντά στα σπίτια, στον δρόμο του χωριού, προς τα εκεί που πιστεύαμε ότι θα βρίσκαμε την πλατεία. Νοιώθαμε πίσω από τα παραθυρόφυλλα μάτια να μας παρακολουθούν. Ελπίζαμε να ήσαν φιλικά και τότε, άρχισαν να τερετίζουν τα μυδραλιοβόλα. Όλμοι έπεφταν από παντού, εμείς προσπαθούσαμε να καλυφθούμε χωρίς να διαλυθούμε, να οχυρωθούμε κάπου και να απαντήσουμε στα πυρά. Με κοφτές διαταγές ένας λοχίας μας οδήγησε προς το ύψωμα Αγιος Αθανάσιος από τη μιά πλαγιά του χωριού. Πυροβολούσαμε προς το σημείο που φαίνονταν τα εχθρικά πυρά. Κάποιοι από τους δικούς μας που είχαν προηγηθεί και βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του χωριού χωρίς να τους έχουν πάρει είδηση οι Ιταλοί, έκαναν αιφνιδιαστική έφοδο. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Μπροστά στα μάτια μας, καθώς ξεχυθήκαμε κι εμείς με  "Αέρα! Αέρα!", ξετυλίχθηκαν στιγμές ηρωισμού.

Η μάχη προχωρούσε, εμείς προωθούμεθα για να ενωθούμε με τους υπολοίπους. Ένας δικός μας, τόσο μπαρουτοκαπνισμένος, ώστε δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του, είχε πιάσει κάποιους Ιταλούς αιχμαλώτους. Υπό την απειλή  του όπλου του, οδηγούσε τρεις - τέσσερεις φρατέλλους  προς ένα δίπατο  σπίτι.

Ήσαν αξιοθρήνητοι. Με τα χέρια ψηλά έκλαιγαν και κάτι έλεγαν σιγανά. Σαν παρακάλια μου φάνηκαν. Όλα αυτά τα είδα και τα αντελήφθην με την άκρη των ματιών μου σε κλάσματα δευτερολέπτων. Συνέχισα να τρέχω μαζί με τους άλλους κρατώντας το όπλο μου στο χέρι στο ύψος του ποδιού μου. Εκείνη την στιγμή έκρηξη, λάμψη, πόνος, όλα μαζί και μετά σκοτάδι.

Όταν συνήλθα, ο πόνος μου τρύπαγε το μυαλό. Ήμουν μόνος, δεν ήξερα τι ώρα ήτο, δεν ήξερα τι είχε γίνει στην μάχη και το πόδι μου αιμορραγούσε και πονούσε αβάσταχτα. Είχα παγώσει και με δυσκολία προσπάθησα να τραβήξω από το γυλιό μου κάτι από το κουτί πρώτων βοηθειών για να δέσω το πόδι μου. Βλέποντας το αίμα να τρέχει ένοιωσα στο στόμα μου μία λιγούρα, στα μάτια μία θολούρα, μία ζάλη. Μόνος εκεί, μέσα στην λάσπη, στην παγωνιά, έκλαψα καθώς θυμόμουν τα λόγια του πατέρα μου για τις κακουχίες. Τότε, άκουσα λίγο πιο πέρα βογκητά και συνειδητοποίησα ότι η μάχη είχε σταματήσει, δεν ακούγονταν ούτε πυροβολισμοί, ούτε όλμοι, ούτε τίποτα. Αγωνία με κυρίευσε για την έκβασή της. Κοίταξα γύρω μου για το όπλο μου. Ηταν πιο πέρα διαλυμένο. Ο όλμος το είχε διαλύσει πριν με κτυπήσει.

- Συνάδελφε, με ακούς; άκουσα λίγο πιο κάτω μία φωνή. Τα χείλη μου ήταν ξερά, προσπάθησα να μιλήσω, μα η φωνή μου δεν έβγαινε.

- Ζεις ρε; ξαναφώναξε πάλι.

- Ζω! απάντησα με κόπο. Προσπάθησα να κουνηθώ λίγο αλλά ο πόνος μου έκοψε την ανάσα.

Άκουγα τον άλλον να έρχεται σκυφτά προς το μέρος μου βογγώντας  σιγανά.

- Που κτύπησες εσύ; τον ρώτησα χαμηλόφωνα.

- Στο χέρι, εσύ;

- Στο πόδι!
Είχε πια πλησιάσει.

- Συνάδελφε! αφού δεν μας φάγανε οι παλιομακαρονάδες, πάλι καλά!

Τον ρώτησα για την μάχη. Δεν ήξερε κι αυτός σίγουρα, - Μάλλον νικήσαμε, μου απάντησε, αφήνοντας έναν βαθύ αναστεναγμό. Το χέρι του κρεμόταν και μία άσχημη πληγή φαινόταν μέσα από το σκισμένο και καμένο του μανίκι. Τον βοήθησα να το δέσει, ώστε να σταματήσουμε την αιμορραγία. Τον έλεγαν Κώστα κι ήταν από ένα χωριό της Κορίνθου. Τότε, αφού δέσαμε το χέρι του όσο καλύτερα μπορούσαμε, σχίσαμε με την ξιφολόγχη του την σκελέα μου. Το πόδι αιμορραγούσε συνεχώς. Έπρεπε να το δέσουμε. Από το γυλιό τραβήξαμε μία φανέλα. Την κόψαμε στα δύο και δέσαμε το πόδι επάνω και κάτω από το γόνατο σφιχτά. Προσπάθησα να τεντώσω λίγο το πόδι μου κρατώντας το με το χέρι μου. μήπως έτσι αντιληφθώ το μέγεθος της  ζημιάς. Τότε ένοιωσα έναν πόνο οξύ, διαπεραστικό και ταυτοχρόνως, κάτι να πέφτει στην χούφτα μου. Ηταν το βλήμα που  με είχε κτυπήσει. Από μία παραξενιά της τύχης κρατούσα στο χέρι μου το γύρισμα της ζωής μου. Το έβαλα μ' ένα μικρό, ίσως μοιρολατρικό χαμόγελο στον γυλιό μου. ‘Ηθελα να το φυλάξω αυτό το βλήμα, που είχε απ'ότι φαίνεται εξοστρακιστεί στο όπλο μου -το όποιον και διέλυσε- πριν με κτυπήσει, ως ενθύμιο αυτής της μάχης, ως παράσημο της δικής μου συνεισφοράς αίματος για την αγαπημένη μου πατρίδα και την ελευθερία της, για τα ιερά μου ιδανικά. Το έφερα μαζί μου σαν γύρισα ζωντανός αργότερα και το έχω για να θυμάμαι τα γεγονότα αυτά να το δείχνω στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου και να τους διηγούμαι αυτή την ιστορία, όπως έφερε ο μακαρίτης ο πατέρας μου τα παράσημα του από τις νίκες που του θύμιζαν τις ηρωικές και συνάμα τραγικές στιγμές εκείνων των μαχών το 1912, 1913 έως και το 1917... Όστροβον, Σόροβιτς, Κορυτσά! Κιλκίς-Λαχανά, Κρέσνα-Τσουμαγιά. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου, συναισθανόμενος την συνέχεια, την αλυσίδα, την διάρκεια των υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος Αγώνων των Ελλήνων Ηταν  η σειρά της δικής μου της γενιάς.

Τότε από το ύψωμα ακούσαμε ελληνικές φωνές και είδαμε δικούς μας στρατιώτες να προχωρούν παρατεταγμένοι προς το χωριό. Φωνάξαμε να μας βοηθήσουν, μα οι φωνές μας από την αιμορραγία, τον πόνο είχαν εξασθενήσει. Αλλά και από την φασαρία πού έκαναν οι ίδιοι δεν ήταν δυνατόν να μας ακούσουν. Τους βλέπαμε να απομακρύνονται και απογοητευθήκαμε!

-Μήπως σε κρατάνε τα πόδια σου να πάς εσύ να τους φθάσεις; ρώτησα τον συνάδελφο. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.

-Δεν σ'αφήνω μόνο σου, μου είπε. Με συγκίνησε η αυταπάρνηση και η ευγένεια της ψυχής του! Δεν κοίταξε τον εαυτό του όπως ίσως θα έκαναν οι περισσότεροι. Έμεινε πίσω για μένα. Ειλικρινά τα πιο ζεστά και βαθιά ανθρώπινα αισθήματα ευγνωμοσύνης κατέκλυσαν την ψυχή μου. Τότε ο συνάδελφος Κώστας, έσκυψε και δείχνοντας μου την πλάτη, του μου είπε.

- Ανέβα Μίμη στην πλάτη μου και κρατήσου καλά. Αν μείνουμε εδώ να περιμένουμε, θα παγώσουμε από το κρύο. Ας προσπαθήσουμε μόνοι μας να πάμε σε κάποιο σπίτι και μετά, βλέπουμε.
Είχε δίκαιο. Με κόπο και πόνο και μετά οπό πολλές αποτυχημένες προσπάθειες κατόρθωσα να ανεβώ στην πλάτη του. Το χέρι του πονούσε, το πόδι μου το ίδιο και είχαμε αρχίσει να μουδιάζουμε από το κρύο, αλλά τα καταφέραμε. Η βροχή είχε ξαναρχίσει. Τα γκρίζα σύννεφα κι η ομίχλη μας τριγύριζαν σαν σάβανο. Σαν μεθυσμένοι κατηφορίσαμε προς το χωριό. Το θέαμα για κάποιον τρίτο θα ήταν κωμικοτραγικό. Οι πόνοι μας γίνονταν αβάσταχτοι. Ο Κώστας είχε λαχανιάσει. Η αιμορραγία στο χέρι του, το βάρος μου και το κρύο τον είχαν εξουθενώσει. Το καταλάβαινα κι η ευγνωμοσύνη μου για την πράξη του πλημμύριζε την ψυχή μου. Θα μπορούσε να με είχε αφήσει εκεί που με βρήκε. ‘Η να φύγει μόνος του και να προσπαθήσει να ειδοποιήσει για μένα..ή...πολλά τα ή... Όμως όχι. Βρισκόμαστε κι οι δύο, ο ένας επάνω στον άλλον σ' έναν λασπωμένο χωματόδρομο, ενός Βορειοηπειρωτικού  χωριού, τραυματισμένοι, εξαντλημένοι, ανήμποροι πλέον μα όμως αλληλέγγυοι και Δόξα τω Θεό, ζωντανοί. Η Μεγαλόχαρη μας είχε σκεπάσει και μας είχε σώσει.  


Το σπίτι ιδιοκτησίας Ιωάννου και Αμαλίας Ζιώγκα


Μπροστά μας υψωνόταν ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι (2) με πολλά παράθυρα από την πλευρά του δρόμου και μια τεράστια ξύλινη αυλόπορτα. Κτυπήσαμε δυνατά και κροταλίσαμε το σιδερένιο ζεμπερέκι. Σε λίγο ακούστηκαν βήματα στην εσωτερική αυλή και σύρτες να τραβιούνται. Η πόρτα μισάνοιξε, ένα κεφάλι πρόβαλε λίγο διστακτικά πίσω από το πορτόφυλλο και αμέσως, ω του θαύματος, η πόρτα άνοιξε!

Αμαλία Ζιώγκα (1905-2002)

Μια ψηλή γεροδεμένη γυναίκα στεκόταν στην είσοδο.  Μας κοίταξε καλά και σταδιακά πέρασαν από το πρόσωπο της διάφορες εκφράσεις. Συγκινημένη γονάτισε επάνω στις λασπωμένες πέτρες της αυλής κι έσκυψε το αρχοντικό της μαντηλοφορεμένο  κεφάλι και φίλησε τα πόδια μας. Μα τι κάνετε εκεί; ρωτήσαμε με όση φωνή μας είχε απομείνει μ' ένα στόμα κι οι δύο.
-Είχα ορκιστεί να φιλήσω τα πόδια των ελευθερωτών μας! Τα πόδια των πρώτων Ελλήνων στρατιωτών που θα έφθαναν στο χωριό μας, στο σπιτικό μας ελευθερωτές! 

Τα μάτια μας έσταζαν δάκρυα. Τέτοια υποδοχή δεν την φανταζόμαστε. Δάκρυα κυλούσαν κι από τα δικά της μάτια. Σηκώθηκε, άνοιξε διάπλατα την πόρτα της κι άπλωσε τα χέρια της  σε μία κίνηση, σε μία αγκαλιά να περάσουμε.

- Περάστε παλικάρια μας! Περάστε αδέλφια μας! Περάστε ελευθερωτές μας!

Τότε κατάλαβε το πόσο τραυματισμένοι είμαστε. Έβαλε μια φωνή και μας βοήθησε να φθάσουμε στην σκάλα. Εκεί έγειρε ο Κώστας και με ακούμπησε όσο πιο σιγά μπορούσε στα σκαλοπάτια. Εβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό και σωριάστηκε πλάι μου ξέπνοος από την τόση υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλει.

Για πότε γέμισε η σκάλα, η αυλή φωνές και πρόσωπα δεν καταλάβαμε. Σαν να σήμανε συναγερμός. Μας ελευθέρωσαν από τους γυλιούς, τις μουσκεμένες χλαίνες, τα κράνη και τ'άμπέχωνα.

Σε λίγο, ο ψυχογιός της αρχόντισσας έκοβε μ' ένα ψαλίδι το παντελόνι μου. Η εικόνα που παρουσίαζε το πόδι μου με άφησε άφωνο. Ηταν καταμέλανο κι αιμορραγούσε σε πολλά σημεία. Αλλά το κυρίως τραύμα ήταν στο γόνατο. Το κοίταζα κι έκανα τον σταυρό μου. "Παναγία μου! Άγιε μου Γεράσιμε κι Άγιε μου Βλάση!" ψιθύρισα. Θα ξαναπερπατήσω; Θα μείνω κουτσός ή μήπως και μου κόψουν το πόδι; Οι σκέψεις θόλωσαν το μυαλό μου. Ανησύχησα πολύ για το πόδι μου. Μα οι περιποιήσεις και η αγάπη με την οποίαν μας περιέβαλαν αυτοί οι άνθρωποι μας έκαναν τόση εντύπωσα. Σε λίγο μας έπλυναν με ζεστό νερό, μας έδωσαν καθαρά ρούχα να φορέσουμε και μας έβαλαν σε κρεβάτια να αναπαυθούμε και να κοιμηθούμε. Τα λευκά σεντόνια έτριζαν από καθαριότητα, κολλαρισμένα και μοσχοβολούσαν λεβάντα. Μας σκέπασαν με υφαντές κουβέρτες. Το πόδι μου το είχαν τυλίξει με επιδέσμους και ένα αφέψημα πού μου είχαν δώσει είχε λιγοστέψει τους πόνους μου.

Ο Νικολιός ο παραγιός είχε πάει στην πλατεία να ειδοποιήσει τον στρατό για μας. Το τί γινόταν στην πλατεία μας είπε όταν γύρισε, χαλασμός! Γλέντι τρικούβερτο! Οι χωριανοί πανηγύριζαν την Ελευθερία τους! Μα και στο σπίτι του νοικοκύρη Γιάννη Τσόγκα (πρόκειται για τον Γιάννη Ζιώγκα) που ήταν στην Αμερική και είμαστε φιλοξενούμενοί του καθώς μας είπαν, έγινε μεγάλο γλέντι. Αργότερα μας έφεραν να φάμε. Ώ Θεέ μου μεγαλεία.

 Από μία μεγάλη πορσελάνινη σουπιέρα μας σέρβιραν αχνιστή κοτόσουπα με τραχανά, αυγοκομμένη. Με λεμόνι και πιπεράκι. Τρώγοντας κάναμε κι εμείς γλέντι. Νηστικοί, πεινασμένοι, κακοπαθημένοι, μας φάνηκε ότι δεν είχαμε ξαναφάει πιό νόστιμη σούπα! 'Ακολούθησε ο μεζές... πανδαισία. Ούτε στα πλουσιότερα ανάκτορα, ούτε τα πολυτελέστερα εδέσματα δεν θα μας έκαναν τόση ευχαρίστηση κι εντύπωση. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την φιλοξενία τους, την αγάπη τους, την προσφορά τους, τον ελληνισμό τους. Ας είναι καλά όσοι απ’αυτούς τους ανθρώπους ζούνε, κι ο Κύριος ας αναπαύει τις ψυχές των κεκοιμημένων που  μας άνοιξαν το σπίτι τους και την καρδιά τους.

Η οικοδέσποινα έδωσε το πρόσταγμα να μας αφήσουν να κοιμηθούμε. Πριν φύγει μας έδωσε πάλι το αφέψημα και πράγματι κοιμηθήκαμε βαριά σαν μολύβι. Ηταν η κούραση, ήταν η αϋπνία τόσων ημερών, το αίμα που είχα χάσει, ο πόνος που με κατέβαλε, η συγκίνηση; Δεν ξέρω. Κοιμήθηκα σαν μωρό.

Το πρωί μας ξύπνησαν οι ζητωκραυγές από τον δρόμο. Μπήκε η νοικοκυρά κι άνοιξε διάπλατα τα παράθυρα. Του 'Αγίου Νικολάου σήμερα κι οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα. Σύρθηκα μέχρι το παράθυρο. Ο Κώστας είχε ήδη πιάσει θέση. Τι ήταν εκείνο που αντικρίσαμε Θεέ μου; Όλο το χωριό είχε ξεχυθεί στους δρόμους. Σε κάθε παράθυρο ανέμιζε από μία ελληνική σημαία. Τις είχαν υφάνει στους αργαλειούς, τις φύλαγαν στην κασέλα τους γι'αυτήν την ώρα, την ώρα της λευτεριάς. Μ'αυτό τον βαθιά κρυφό πόθο ζούσαν οι Βορειοηπειρώτες. Και τώρα βίωναν οι άνθρωποι σαν σε όνειρο, αυτό που χρόνια περίμεναν: την λευτεριά τους.
Στο αρχοντόσπιτο, οι περιποιήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Μας έφεραν ζεστό, φρεσκοαρμεγμένο γάλα, καφέ, χονδρές φέτες ψωμί, τουλουμίσιο τυρί και μέλι. Όταν αποφάγαμε και πήραμε και πάλι το ευπρόσδεκτο πια αναλγητικό αφέψημα, η οικοδέσποινα μας είπε ότι περίμεναν με λαχτάρα να μας δουν κάποιοι συγχωριανοί της. Εμάς;  Ναι  Διότι σ'εσάς βλέπουμε τους ελευθερωτές. Τα παιδιά μας. Αυτούς που τραυματίστηκαν απελευθερώνοντας το χωριό μας. Αυτό που ακολούθησε ήταν πάνω από τη φαντασία μας. Παρέλασε όλη η γειτονιά να μας ευχηθεί τα δέοντα. Με περηφάνια και συγκίνηση δεχθήκαμε τις εκδηλώσεις αγάπης και πατριωτικού ενθουσιασμού των κατοίκων του χωριού. Μέσα σ'αυτό το κλίμα έφθασαν και οι τραυματιοφορείς του λόχου να μας μεταφέρουν στο πρόχειρο ιατρείο που είχε συσταθεί για την περίθαλψη των τραυματιών. Έτσι, με συγκίνηση κι αισθήματα ευγνωμοσύνης, αποχαιρετήσαμε την φιλόξενη ευεργέτιδά μας, την οικογένεια της και το σπιτικό της που μας αγκάλιασε με τόση στοργή και φροντίδα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτούς τους ανθρώπους. Θα τους ευγνωμονώ όσο ζω και θα προσεύχομαι γι αυτούς. Το μικρό διάλειμμα της ανάπαυλας, των περιποιήσεων, της ζεστασιάς, της οικογενειακής θαλπωρής τελείωσε. Πίσω στην ζωή του πολεμιστή τώρα. Στο αντίσκηνο που λειτουργούσε σαν ιατρείο ο γιατρός μας εξέτασε. Έβγαλε την σφαίρα από το χέρι του Κώστα, τον έραψε, τον περιποιήθηκε και τον έστειλε να του γράψουν αναρρωτική άδεια. Μετά γύρισε σ' έμενα. Με κατάπληξη με άκουσε να του διηγούμαι για το πώς έπεσε το θραύσμα της οβίδας μέσα στην χούφτα μου. Και με ακόμα μεγαλύτερη κατάπληξη διαπίστωσε ότι το γόνατο και τα κόκαλα δεν είχαν πειραχτεί. Εκανε τον σταυρό του. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο διαμπερές τραύμα που να μην έχουν πειραχτεί τα οστά ή τα νεύρα. Μου είπε ότι ήμουν τυχερός στην ατυχία μου και με περιποιήθηκε με μεγάλη προσοχή.

- Άγιο είχες! μου είπε χαμογελώντας. Με καθησύχασαν τα λόγια και η συμπεριφορά του κι ευχαρίστησα και πάλι την Παναγία, τον Άγιο Γεράσιμο και τον Άγιο Βλάσιο πολιούχους του Ξυλοκάστρου και προστάτες μου. Και βέβαια τον Άγιο Σάββα που γιόρταζε την ημέρα που τραυματίστηκα.

Από κει και  μετά οι διαδικασίες ακολούθησαν τον δρόμο τους με ρυθμούς χελώνας, πολλά εμπόδια και δυσκολίες λόγω των συνθηκών πολέμου και του χειμώνα που έπεφτε βαρύς. Διακομισθήκαμε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων και από εκεί στο Μεσολόγγι.

Εδώ θα ήθελα να σταθώ στον αποχαιρετισμό μου με τον Κώστα, ο οποίος έφυγε απ' τα Γιάννενα για το σπίτι του με άδεια ενός μηνός. Πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κλαίγαμε σαν μικρά παιδιά. Είναι αλήθεια ότι ο τραυματισμός μου με είχε κάνει πολύ ευσυγκίνητο.

Μου έσωσες την ζωή, ο Θεός να σου δίνει πάντα υγεία κι ευτυχία κι ότι άλλο επιθυμείς, του ευχήθηκα  με ευγνωμοσύνη. Καλή  αντάμωση!

Το  ίδιο θα έκανες κι εσύ, μου απάντησε ταπεινά. Περαστικά. Και καλή αντάμωση.  Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα.

 Εδώ τελειώνει η μαρτυρία του για τα γεγονότα στο Βουλιαράτι. Ο Μαστέλλος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Μεσολογγίου και στη συνέχεια στο νοσοκομείο Λουτρακίου για να επουλωθεί το τραύμα του.
  Επέστρεψε στο σπίτι του και το 1995 έφυγε απ’τη ζωή. Στο τέλος του βιβλίου του αναφέρει επί λέξει "Είμαι ευγνώμων δια βίου προς τους συμπολεμιστές μου που στάθηκαν κοντά μου στις δύσκολες στιγμές του πολέμου και προς την οικογένεια του Ιωάννου Ζιώγκα που μου πρόσφερε μαζί με τις πρώτες βοήθειες, αγάπη και καλοσύνη και μου έδειξε τον βαθύ ελληνισμό της ψυχής των βορειοηπειρωτών".


Υποσημειώσεις: 
(1) Ο Ανθγός Καρβέλης  Σπυρίδων με καταγωγή από το Μεσολόγγι τραυματίστηκε στις μάχες του υψώματος Αγίου Αθανασίου στο χ.Βουλιαράτι. Αναφέρεται στον κατάλογο με τους 130 τραυματίες που διέσωσε ο δάσκαλος του χωριού Βουλιαράτι Γεώργιος Καλυβόπουλος (βλ.Αγαθ.Παναγούλια "Οσοι δε γύρισαν από το μέτωπο -Αθήνα 2002 σελ.104)
(2) Το φιλόξενο σπίτι που πρόσφερε βοήθεια και περιποίηση στους τραυματίες ήταν του Ιωάννου Ζιώγκα (1886-1975) και της Αμαλίας Ζιώγκα (1905-2002) και όχι Τσόγκα όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο βιβλίο του τραυματία μαχητή του' 40. Οι διαπιστώσεις αυτές έγιναν από επιτόπια έρευνα στο χωριό Βουλιαράτι απ'όπου και οι φωτογραφίες.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ  


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΣΩΤΉΡΗΣ ΣΚΕΥΗΣ : Ο ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (1919 - 1946)

..1η Ιουλίου 1946. Τότε αποκεφαλίζονταν η αφρόκρεμα των μορφωμένων Ελλήνων πού κατά δεκάδες καταδικάζονταν στο στρατοδικείο Αργυροκάστρου. Το κομμουνιστικό καθεστώς εγκαθιδρύθηκε με έγκλημα.
Το όνειρο του αείμνηστου Βασίλη Σκεύη ήταν να σπουδάζει το μοναχογιό του Σωτήρη καί νά τόν καμαρώσει Δάσκαλο στά Βουρκοχώρια. Έφυγε όμως πρόωρα από τη ζωή καί τό αμανέτι του τό εκπλήρωσε η μάνα τού Σωτήρη, Αλεξάνδρα. Ξεκίνησε το Σωτήρη γιά τή Βοστίνα. Μαζί με δεκάδες Βορειοηπειρωτόπουλα πεζοπορούσαν φορτωμένα με τα ψωμοσάκουλα, γιά να μάθουν τήν μητρική τους γλώσσα, κάπου εκεί στη Βοστίνα καί Βελλά.
Στην περίοδο τού πολέμου ο Σωτήρης κατατάσσεται στο παρτιζάνικο για να απελευθερώσει τήν πατρίδα από τούς Ιταλό - Γερμανούς καταχτητές....ο Σωτήρης βγαίνει στο βουνό .
Τόν βρίσκεις τότε επικεφαλής στά Βουρκοχώρια να εκτελεί με πάθος καθοδηγητικά καθήκοντα καί νά ενδιαφέρεται για την εθνική αποκατάσταση τού Ελληνισμού μας.
Αυτό πέφτει στο μάτι τών Αλβανών σοβινιστών. Προσχεδιάζεται από την SIGURIMI η εξόντωσή του.
Τόν Φλεβάρη του 1946, όντας εκτελούσε σοβαρά καθήκοντα της νεοσύστατης " Λαϊκής " εξουσίας, συλλαμβάνεται μαζί με τον δάσκαλο Τέλη Χαρμπάτση καί τόν Νάσιο Πάντο. Η κατηγορία τους ήταν : " κατάσκοποι τής Ελλάδας "
" Ο κατηγορούμενος Σωτήρης Σκεύης, τού Βασίλη καί τής Αλεξάνδρας, ετών 27, κυρήσσεται ένοχος σαν εχθρός του λαού, μέτοχος εχθρικού γκρούπ πού αποβλέπει τήν ανατροπή του λαϊκού συστήματος. .
.. Το στρατοδικείο Αργυροκάστρου τόν καταδικάζει σε θάνατο "
Εκτελείται μαζί με τούς Χαρμπάτση, Γκίνη, Νάσιο Πάντο, Ευαγγελίδη στις 4 Σεπτεμβρίου 1946.
Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα φωνάζουν δυνατά, ότι εκτελούνται γιατί είναι Έλληνες μορφωμένοι. " Ο Ελληνισμός όμως ποτέ δεν πεθαίνει "...
Γιά να είναι δικαιολογημένη η εξόντωσή τους, χρωματίστηκε το κατηγορητήριο με ανύπαρκτη κατασκοπευτική δράση.
Σκεπάστηκε γιά πολλά χρόνια η σκηνοθετημένη κατηγορία, βαραίνοντας τήν ψυχή τών ελληνομαρτύρων αγωνιστών εκεί στον ουρανό. Η καταδίωξη συνεχίστηκε γιά απογόνους καί άλλους τίμιους πατριώτες. Σήμερα όμως μνημονεύεται η μνήμη των.
Χάθηκε ο αείμνηστος Σωτήρης Σκεύης στο άνθος τής ηλικίας του. Τό έργο του όμως δεν χάθηκε. Στέκει Φάρος πού φωτίζει τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό καί όλους τούς Έλληνες...
Αιωνία του η μνήμη..
ΑΘΆΝΑΤΟΣ !!!

( Απόσπασμα από το βιβλίο " Οι Σκευάτες καί ο Εθνομάρτυρας ΣΩΤΉΡΗΣ ΣΚΕΎΗΣ " γραμμένο από τόν Χρήστο Κ Μπούντρη, τό 2018, στούς Άγιους Σαράντα.

Εστάλει απο τον Σπύρο Παπαδόπουλο

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΟΥΛΙΟΣ (ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ) Ο ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑ

Από το άρθρο του αείμνηστου συγγραφέα Γεωργίου Σημαντήρα, με τίτλο «Καπετάν Σούλιος», που δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 103/1971 τεύχος του περιοδικού «ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ» πηγή himara.gr....

Ένας από τους σπουδαιότερους και ηρωικότερους αγωνιστές του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, που απέβλεπε στην απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και την ενσωμάτωσή της στην Μητέρα Ελλάδα, ήταν ο Καπετάν Σούλιος, κατά κόσμον Γεώργιος Βασιλείου. Γέννα και θρέμμα της Βορείου Ηπείρου (γεννήθηκε στο Τσιφλίκι Κορυτσάς) ο Καπετάν Σούλιος, ίδρυσε, τότε, δικό του αρματωλίκι και ανταρτικό σώμα στην περιοχή Βιγλίστης – Κορυτσάς – Μοσχοπόλεως και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της πατρώας γης, αναδειχθείς σε ήρωα του Βορειοηπειρωτικού Αγώνος αλλά και του Μακεδονικού. Μάλιστα φέρεται ότι πλησίον του Σκλήθρου Φλωρίνης, εξόντωσε σε συμπλοκή ολόκληρη βουλγαρική συμμορία.

Ο Καπετάν Σούλιος μετείχε σε όλες τις εξεγέρσεις του Βορειοηπειρωτικού λαού, ιδίως δε σε εκείνη του 1914, οπότε η Βόρειος Ήπειρος ανεκηρύχθη Αυτόνομη. Το 1912, ο Κορυτσαίος καπετάνιος, βοήθησε για την απελευθέρωση της Κορυτσάς από τον Ελληνικό Στρατό. Οι αγώνες του, όμως, και οι θυσίες των παλικαριών του, απέβησαν, δυστυχώς, άκαρπες και το όνειρό του να δει την Πατρίδα του ελεύθερη, κάτω από τα φτερά της Ελλάδος, έμεινε ανεκπλήρωτο, αφού η μαρτυρική και σήμερα Βόρειος Ήπειρος, εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την εξουσία άλλου κράτους. Έτσι αναγκάστηκε, απογοητευμένος, να αποσυρθεί και να εγκατασταθεί στον Παπαγιάννη Φλωρίνης, όπου και πέθανε το 1927.

Η Ελληνική πολιτεία, όμως, δεν τον ξέχασε. Ανεγνώρισε τους αγώνες του και την προσφορά του για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και τον τίμησε δεόντως, με την φιλοτέχνηση και τοποθέτηση της προτομής του στην Φλώρινα και μάλιστα στην λεωφόρο Νίκης – νυν Κω/νου Καραμανλή, που οδηγεί προς την Κορυτσά. Την δαπάνη για την προτομή την χορήγησε ο μεγάλος Κορυτσαίος εθνικός ευεργέτης Μ. Μπάγκας....


HIMARA .GR


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ : ΜΙΧΑΗΛ ΓΡΑΜΣΗΣ Ο ΧΙΜΑΡΑΙΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΤΟΥ 1821


Του Θεόδωρου Κων. Δράκου


Γεννήθηκε τὸ 1787 στὴν Νεάπολη τῆς Ἰταλίας,1 ἀπὸ πατέρα Ἓλληνα μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Χειμάρρα, ὃπως ἀναφέρει ὁ ἲδιος. Ὑπηρέτησε στὸν Βασιλέα τῆς Νεαπόλεως, ὡς Λοχαγὸς Πυροβολικοῦ καὶ Πρῶτος Ὑπασπιστὴς τῆς Βασιλικῆς Φρουρᾶς, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἒλαβε τρία παράσημα.

«Ἃμα δὲ ἢχησεν ἡ Σάλπιγξ τοῦ πολέμου τῆς πατρίδος, ὡς Ἓλλην κατὰ χρέος ἒτρεξα» ἀναφέρει καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, στὴν Καλαμάτα τὴν 1η Ἂπριλίου 1821, φέρνοντας μαζί του μὲ δικὰ του ἔξοδα καὶ ἐννέα Εὐρωπαίους πυροβολιστὲς.

Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1821 διορίζεται ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸ τῶν Ἑλληνικῶν ὃπλων Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη ὡς Ταγματάρχης Α΄ στὸ νεοσυσταθὲν Τακτικὸ Σῶμα ὑπὸ τὸν Κορσικανὸ Ἰωσήφ Βαλέστ (Βαλέστρα).

Πῆρε μέρος στὴν πολιορκία τοῦ Ναβαρίνου ἀπό 15 Μαΐου μέχρι 16 Ἰουνίου 1821. Στις 5 Νοεμβρίου 1821 ἔλαβε μέρος στὴν ἀνεπιτυχή ἐπίθεση γιὰ τὴν κατάληψη τοῦ Παλαμηδίου στὸ Ναύπλιο, ὅπου στὶς 4 Δεκεμβρίου τραυματίσθηκε.

Τὴν 1η Ἀπριλίου 1822 ἐπανιδρύεται τὸ Τακτικὸ στὸ ὁποῖο κὰι κατατάσσεται. Στὶς 10 Ἀπριλίου πῆγε μὲ ἐντολή τοῦ Ὑπουργείου Πολέμου σὲ νησιά τοῦ Αἰγαίου καὶ στρατολόγησε 282 ἄνδρες.

Παίρνει μέρος στὴν Μάχη τοῦ Πέτα (4/7/1822) ὡς Διοικητὴς τοῦ Α΄ Τάγματος στὸ Σύνταγμα Πεζικοῦ ὑπὸ τὸν Ἰταλὸ Πιέτρο Ταρέλλα. 2

Μετὰ τὴν ἦττα βρίσκεται στὸ Ἂργος καὶ προσπαθεῖ νὰ ξεσηκώσει τὸ στράτευμα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Δράμαλη. «Τὶ καθήμεθα; ἰδοῦ καιρὸς νὰ φανοῦμεν νὰ ἔβγωμεν νὰ φωνάξομεν, ὃσοι πιστοὶ, νὰ προφθάσωμεν τὰ Δερβένια» φώναζε στοὺς δρόμους τῆς πόλης. Ἔλαβε μέρος στὶς μάχες ποὺ δόθηκαν τὸν Ἰούλιο 1822 κατά τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη στὸ Ἄργος, στὰ Δερβενάκια καὶ στὴν Κόρινθο.

Μετὰ τὴν διάλυση τοῦ Τακτικοῦ συνεχίζει να μάχεται μὲ τοὺς ἀτάκτους. Παίρνει μέρος στὴν πολιορκία τοῦ Ναυπλίου ἐπικεφαλῆς 100 ἀνδρῶν. Στὶς 22 Αὐγούστου 1822 εἰσέρχεται μὲ 37 ἂνδρες στὸ Μποῦρτζι ( ἀπὸ τὸ ὁποῖο λιποτάκτησαν οἱ Κρανιδιῶτες ποὺ τὸ φυλοῦσαν) ἀφήνοντας τοὺς ὑπολοὶπους μὲ ἓναν ὑποκαπετάνιο. Στὶς 17 Σεπτέμβριου παρέμειναν 30, κατὸπιν διαταγῆς τῆς Πελοποννησιακῆς Γερουσίας. Στὶς 16 Νοεμβρίου ἐξέρχεται μὲ 15 ἂνδρες ἀπὸ τὸ Μποῦρτζι καὶ μαζί μὲ τοὺς ὑπολοίπους, 84 συνολικὰ, τίθεται ὑπὸ τῶν διαταγῶν τοῦ Νικηταρᾶ.

Μετὰ ἀπό εἰσήγηση τῆς Προσωρινῆς Διοικήσεως τῆς Ἓλλάδος ὃπου τονίζεται ὃτι «δὲν ἒπαυσεν ἀγωνιζόμενος καὶ διακινδυνεύων εἰς τὸν κατὰ τοῦ τυράννου πόλεμον, καὶ δὶς πληγωμένος ἐμμένει εἰς τὸν αὐτὸν ζῆλον», προβιβάζεται στὶς 15 Νοεμβρίου 1822 στὸν βαθμό τοῦ Χιλιάρχου, «ἳνα δουλεύῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὴν πατρίδα, ἐκτὸς τοῦ Τακτικοῦ».

Ἡ Β' Εθνοσυνέλευση τοῦ Ἂστρους (10-30/4/1823) τὸν ἐπιβραβεύει μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ Συνταγματάρχη.

Στὶς 8 Δεκεμβρίου 1823 τὸ Ἐκτελεστικό Σῶμα ἐγγράφως ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὶς εὐχαριστίες του

Στὶς 25 Φεβρουαρίου 1824 τὸ Βουλευτικὸ Σῶμα τοῦ δίδει ἐπίσημο εὐχαριστήριο γιὰ τὶς πιστὲς ἐκδουλεύσεις πρὸς τὴν πατρίδα. Ἀναφέρει δὲ «ὃτι τῷ ὂντι ἐδούλευσας τὴν πατρίδα ὡς καλὸς πατριώτης, χρήμασί τε καὶ σώματι, σοὶ εὐγνωμωνεῖ ὡς ἐκ τῆς πατρίδος, ὑπὲρ ὦν ἀπάντων πρὸς αὐτὴν ἒδειξας σημειῶσαν τὸ ὂνομά σου εἰς τὰ Πρακτικὰ τοῦ Ἒθνους· ἐν ἐκείνοις τῶν καλῶν πατριωτῶν».

Στις 3 Μαΐου 1824 διορίσθηκε προσωρινός φρούραρχος τοῦ Νεοκάστρου. Ἐπικεφαλῆς 70 ἀνδρῶν πηγαίνει ἀπὸ τοὺς πρώτους, μετὰ τὸν Κωνσταντῖνο Μαυρομιχάλη, στοὺς Μύλους Ἀργολίδος καὶ παίρνει μέρος, στὴν κρίσιμη μάχη ἐναντίον τοῦ Ἰμπραὴμ (13/7/1825).

Κατὰ τὴν ἀνάληψη τῆς ἡγεσίας τοῦ Τακτικοῦ ἀπὸ τὸν Φαβιέρο (30/7/1825) ὁρίζεται ἀπὸ τὴν Διοίκηση ὡς Συνταγματάρχης νὰ συστήσει 2ο Σύνταγμα. Πολλοὶ Ἀξιωματικοὶ δυσαρεστήθηκαν ἀναγκάζοντὰς τον νὰ ἀποχωρήσει.

Ἀκολουθεῖ τὸν Γεώργιο Καραϊσκάκη. Παίρνει μέρος στὶς μάχες περί τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Καραϊσκάκη τάσσεται μὲ δικὸ του Σῶμα ὑπὸ τὸν Ρίτσαρντ Τσώρτς, μέχρι τῆς διαλύσεως τοῦ στρατοπέδου στὸν Πειραιᾶ (τέλη Ἀπριλίου 1827).

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1825 πῆρε μέρος στην ἀνεπιτυχῆ δεύτερη πολιορκία τῆς Τριπολιτσᾶς. Στὶς 4 Φεβρουαρίου 1826 ὀνομάσθηκε «Ἀρχηγός τῆς Πυροβολικῆς» στὸ στρατόπεδο τῆς Ἀττικής.

Στὶς 12 Μαΐου 1828 αἰτεῖται ἀνεπιτυχῶς νὰ ἐπανεισαχθῇ στὸ Τακτικό Σῶμα καὶ συνεχίζει νὰ μάχεται μὲ τοὺς ἀτάκτους.



Τὸ 1832 διορίζεται Ἀκόλουθος στὸ Τακτικὸ Σῶμα.



Τὸ 1833 δὲν ἀναγνωρίσθηκε ὁ βαθμὸς του ἀπὸ τὴν Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀξιώσεων τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ Τακτικοῦ Σώματος, διότι δὲν εἶχε ὑπηρετήσει στὸ Τακτικὸ κατά τὴν διάρκεια τῆς διακυβερνήσεως τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ τὸ θέμα παρεπέμφθη στὴν άνάλογη Ἐπιτροπῆ τῶν Ἀτάκτων.

Τὸ 1834 ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Γραμματεία λαμβάνοντας ὑπ’ ὂψιν τὶς ἐκδουλεύσεις του πρὸς τὴν πατρίδα, «ἒλαβε μέρος εἰς τὰς περισσοτέρας κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐκστρατειῶν καὶ μαχῶν», ἀλλὰ καὶ «τὴν δυστυχὴν του κατάστασιν» τοῦ χορηγεῖ μισθὸ διαθεσίμου Συνταγματάρχη μέχρι νὰ ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς περί τοῦ βαθμοῦ του.

Στὶς 29 Ἰουλίου 1837 διορίζεται Συνταγματάρχης διαθέσιμος στὸν Βασιλικὸν Στρατὸν, μὲ μηνιαῖες ἀποδοχὲς 120 δραχμές. Στὶς 28 Ἰουλίου 1841 αἰτεῖται διορισμὸ σὲ τακτική ὑπηρεσία. Ὃμως ἡ πολιτικὴ ἐλαττώσεως τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, τὴν ὁποία ἀκολουθοῦσε ἐκείνη τὴν περίοδο ὁ Ὂθων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ τεθῇ ἐν ἀργίᾳ τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1841, μέ μηνιαῖο μισθὸ 200 δραχμῶν καὶ στὶς 31 Αὐγούστου 1844 ὑπὸ σύνταξη.

Στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1844 τοῦ ἀπονέμεται ἀπὸ τὸν Ὂθωνα, ὁ Ἀργυρὸς Σταυρὸς τῶν Ἰπποτῶν τοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος.



Ἀπεβίωσε στὴν Ἀθήνα τὸ 1873.



Πηγὲς

Ἀρχεῖα Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας, τόμος Α΄, σελ. 130,272 & 302, τόμος Β’ σελ.245, τόμος ΣΤ’ σελ 54.
Ὁ Τακτικός στρατός ἀπὸ τὸ 1821 μέχρι τὸ 1833, Χρήστου Σ. Βυζαντίου, ἐν Ἀθήναις 1874, τυπογραφεῖο Κ. Αντωνιάδου, σελίδα 86.
Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων (1821-1833), Νκολάου Κασομούλη, ἐκδόσεις Πελεκάνος, τόμος Α΄, σελίδα 230
Ἡ πρὸς Ἢπειρον ἐκστρατεία τὸ 1822 καὶ ἡ μάχη τοῦ Πέτα, Δημητρίου Φωτίου Καρατζένη, Ἀθῆναι 1980, σελίδες 12 & 114.
Ἀθηναϊκὸν Ἀρχεῖον Τόμος Α’, ἐπιμέλεια Ἰωάννου Βλαχογιάννη, ἐν Ἀθήναις 1901, σελίδα 233.
Ἡ ἐκστρατεία τοῦ Ἰμπραήμ Πασᾶ εἰς τήν Ἀργολίδα, Ἐλευθερίου Γ. Πρεβελάκη, ἐκδόσεις Ἀετός Α.Ε., Ἀθῆναι, 1950, σελίδα 51
ΓΑΚ/Ἀρχεῖο Μινιστέριου/ Γραμματείας/Ὑπουργείου τοῦ Πολέμου (περιόδου Ἀγῶνος) [1822 - 1827], φάκελλος 194, τεκμήρια. 276, 285, 287 .
ΓΑΚ/ Ἀρχεῖο Γενικοῦ Φροντιστηρίου (περιόδου Κυβερνήτη Ἰ. Καποδίστρια) , φάκ. 4, τεκμ. 958 & 959.
ΓΑΚ/ Ἀρχεῖο Γραμματείας / Ὑπουργείου ἐπί τῶν Στρατιωτικῶν / σειρὰ 1/ ὑποσειρὰ 017/φάκ. 147, τεκμ. 209-219 & 228-231
ΦΕΚ 3, 1 Φεβρουαρίου 1838, σελίς 11.
ΦΕΚ 29, 5 Σεπτεμβρίου 1844, σελίς 135.
ΦΕΚ 30, 26 Σεπτεμβρίου 1844 σελίς 148.
https://lastorianoncancella.wordpress.com/2013/03/23/italiani-filellines-1821-1897-ιταλοι-φιλελληνες-εθελοντες-1821-1912/


1 Ἴσως νὰ ὑπάρχει συγγενικὴ σχέση μὲ τὸν Ἰταλό φιλόσοφο Ἀντώνιο Γκράμσι, Ἀρβανίτικης καταγωγῆς, ἡ οἰκογένεια τοῦ ὁποῖου μετανάστευσε στὴν Ἰταλία τὸν 16ο μὲ 17ο αἰώνα στὸ Πλατάτσι Καλαβρίας.



2 Οἱ σημαιοφόροι τῶν δύο Ταγμάτων ἦταν κι αὐτοὶ Χειμαρριῶτες. Ὁ Ἀντώνιος Ἀντωνίου καὶ ὁ Μικέλης Δεμικέλης, οἱ ὁποῖοι δείχνοντας μέγιστη γενναιότητα διέσωσαν τὶς σημαῖες.


HIMARA.GR
https://www.himara.gr/istoria/6224-mixail-gramsis-himareos-agonistis-tou-21